Του Κωστή Μουσουρούλη, τ. Υπουργού
Η εμπειρία των τελευταίων ετών ανέδειξε την ενεργειακή εξάρτηση της Ευρώπης σε μείζον ζήτημα κυριαρχίας, οικονομικής ασφάλειας και κοινωνικής σταθερότητας και κατέστησε την ενεργειακή πολιτική κεντρικό πυλώνα της ευρωπαϊκής στρατηγικής αυτονομίας. Η αύξηση της παραγωγής από μεταβλητές ΑΠΕ, κυρίως από τον ήλιο και τον άνεμο, περιορίζει την ενεργειακή εξάρτηση, όταν συνοδεύεται από την ικανότητα του συστήματος να απορροφά, να μεταφέρει, να αποθηκεύει και να διαθέτει την ενέργεια όποτε τη ζητούν η οικονομία, οι επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά.
Σε αυτό το πλαίσιο, η αποθήκευση περιορίζει τις περικοπές ανανεώσιμης παραγωγής, αποσυμφορεί τα δίκτυα, εξομαλύνει τις διακυμάνσεις των τιμών, μειώνει το κόστος εξισορρόπησης και μετατρέπει τη στιγμιαία προσφορά καθαρής ενέργειας σε διαθέσιμη ισχύ. Πρόκειται, δηλαδή, για κεντρική υποδομή της Ενεργειακής Ένωσης, που συνδέει τον απρόσκοπτο εφοδιασμό και την ομαλή λειτουργία της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας με τη βιομηχανική πολιτική, την πολιτική συνοχής, την κυκλική οικονομία και τη συνολική ανθεκτικότητα της Ευρώπης.
Επειδή η ενεργειακή ευελιξία διατρέχει πλέον οριζόντια την ενεργειακή πολιτική, η Ένωση οφείλει να διαθέτει ένα ευρύ τεχνολογικό χαρτοφυλάκιο, όπου κάθε λύση καλύπτει διαφορετικές ανάγκες του συστήματος. Οι μπαταρίες προσφέρουν βραχυχρόνια και μεσοπρόθεσμη ευελιξία, στηρίζουν τη διαχείριση των αιχμών και ενισχύουν την ταχεία εξισορρόπηση. Η αντλησιοταμίευση – δηλαδή η αξιοποίηση πλεονάζουσας ηλεκτρικής ενέργειας από μεταβλητές ΑΠΕ, για την άντληση νερού σε υψηλότερη στάθμη και την επαναπαραγωγή ισχύος όταν απαιτείται – αποτελεί μια ώριμη λύση μεγάλης κλίμακας, με ιδιαίτερη αξία για μεγαλύτερης διάρκειας εφεδρεία. Το πράσινο υδρογόνο αποκτά ρόλο σε βιομηχανικές χρήσεις και τομείς όπου ο εξηλεκτρισμός παρουσιάζει μεγαλύτερες δυσκολίες. Επιπλέον, υπάρχουν και άλλες ώριμες ή αναδυόμενες τεχνολογίες, μεμονωμένα ή στο πλαίσιο υβριδικών σχημάτων, που καλύπτουν εξειδικευμένες ανάγκες του συστήματος. Παράλληλα, η διαχείριση της ζήτησης, τα έξυπνα δίκτυα, η αμφίδρομη φόρτιση των ηλεκτρικών οχημάτων και οι αποκεντρωμένες λύσεις παραγωγής και αποθήκευσης ενισχύουν την ευελιξία του συστήματος και επιτρέπουν τοπική αξιοποίηση της καθαρής ενέργειας.
Η ποικιλία αυτή επιβάλλει την αξιολόγηση κάθε λύσης με βάση τη συστημική της συμβολή, τον βαθμό ωριμότητας, το κόστος, την απόδοση, τον χρονικό ορίζοντα παροχής ενέργειας και το περιβαλλοντικό της αποτύπωμα, δίνοντας ουσιαστικό περιεχόμενο στην τεχνολογική ουδετερότητα. Η Ευρώπη έχει, επομένως, συμφέρον να στηρίξει ένα ευρύ φάσμα τεχνολογιών, με κριτήριο το πού, πότε και πώς καθεμία μπορεί να υπηρετήσει καλύτερα τον ίδιο σταθερό στόχο: ένα αποανθρακοποιημένο, ασφαλές και οικονομικά προσιτό ενεργειακό σύστημα.
Το ευρύ αυτό τεχνολογικό φάσμα έχει και σαφή βιομηχανική διάσταση, καθώς κάθε λύση στηρίζεται σε συγκεκριμένες αλυσίδες αξίας. Η ενεργειακή αυτονομία της Ένωσης συνδέεται, επομένως, με την ικανότητά της να αναπτύσσει, να παράγει και να ελέγχει κρίσιμους κρίκους αυτών των αλυσίδων, από τις πρώτες ύλες και τον εξοπλισμό έως το λογισμικό και τα ψηφιακά συστήματα διαχείρισης, με ισχυρή ευρωπαϊκή παραγωγική βάση, έρευνα, καινοτομία και κυκλική αξιοποίηση κρίσιμων υλικών. Μάλιστα, η αυτονομία αποκτά πρακτικό περιεχόμενο όταν η ενίσχυση της βιομηχανικής της βάσης συνδυάζεται με διαφοροποιημένες και αξιόπιστες διεθνείς συνεργασίες. Η Ευρώπη έχει συμφέρον να διευρύνει τις πηγές προμήθειας κρίσιμων υλικών, να ελέγχει την προέλευση και την αξιοπιστία τους και να εφαρμόζει υψηλά κοινωνικά και περιβαλλοντικά πρότυπα. Έτσι, μειώνονται οι κίνδυνοι νέων εξαρτήσεων και ενισχύεται η ανθεκτικότητα της ενεργειακής μετάβασης.
Η μετάβαση από τη στρατηγική στην πράξη απαιτεί κατάλληλο επενδυτικό και ρυθμιστικό πλαίσιο, ώστε η αξία της αποθήκευσης και της ευελιξίας για το σύστημα να αναγνωρίζεται, να αποτιμάται και να οδηγεί σε βιώσιμες επενδύσεις προς όφελος όλων των καταναλωτών. Καθώς τα σημερινά σήματα της αγοράς αποτυπώνουν κυρίως την άμεση εμπορική διάσταση της αξίας αυτής, η βέλτιστη αξιοποίησή της προϋποθέτει σαφείς κανόνες, προβλέψιμα έσοδα, πρόσβαση στις αγορές εξισορρόπησης, ταχύτερη αδειοδότηση, ένταξη στον σχεδιασμό των δικτύων και χρηματοδοτικά εργαλεία περιορισμού του επενδυτικού κινδύνου, με μέριμνα ώστε το κόστος στήριξης των επενδύσεων να παραμένει εύλογο για το σύστημα και δίκαιο για τους καταναλωτές. Τα ευρωπαϊκά προγράμματα και οι εθνικοί σχεδιασμοί μπορούν να λειτουργήσουν συμπληρωματικά, ώστε οι υποδομές αποθήκευσης να αναπτυχθούν στην αναγκαία κλίμακα. Η σημασία τους, όμως, δεν είναι μόνο τεχνική ή επενδυτική. Είναι και άμεσα κοινωνική, καθώς περιορίζουν τις πιέσεις στους λογαριασμούς ενέργειας, ενισχύουν τις ενεργειακές κοινότητες, στηρίζουν ευάλωτες περιοχές και περιφέρειες μετάβασης και δημιουργούν νέες αλυσίδες αξίας και ποιοτικές θέσεις εργασίας.
Όλα τα παραπάνω αναδεικνύουν τέσσερις κρίσιμες ισορροπίες: ανάμεσα στην τεχνολογική ουδετερότητα και τη στρατηγική ιεράρχηση των επιμέρους επιλογών, στη λειτουργία της αγοράς και τον δημόσιο στρατηγικό σχεδιασμό, στην ευρωπαϊκή αυτονομία και τις αξιόπιστες διεθνείς συνεργασίες, και, τέλος, στην ενεργειακή μετάβαση και την κοινωνική συνοχή. Οι ισορροπίες αυτές επιβεβαιώνουν ότι η αποθήκευση ενέργειας είναι κάτι περισσότερο από ένα τεχνικό συμπλήρωμα της πράσινης μετάβασης. Αποτελεί συστημική υποδομή της Ενεργειακής Ένωσης και κρίσιμο στοιχείο της ευρωπαϊκής αναπτυξιακής στρατηγικής, καθώς μετατρέπει την καθαρή παραγωγή σε διαθέσιμη ισχύ για την οικονομία και την κοινωνία.
Γι’ αυτό και το επόμενο βήμα της Ενεργειακής Ένωσης δεν είναι μόνο να παράγει περισσότερη καθαρή ενέργεια, αλλά να μπορεί να την αξιοποιεί τη στιγμή που τη χρειάζεται. Εκεί κρίνεται η αξία της ενεργειακής μετάβασης: στην ασφάλεια που προσφέρει, στη συγκράτηση του κόστους, στην ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και, τελικά, στην εμπιστοσύνη που δημιουργεί στους πολίτες.