Η διεθνής χρηματοπιστωτική κρίση υπήρξε ο καταλύτης που έφερε στην επιφάνεια τις χρόνιες στρεβλώσεις που υπέσκαπταν την οικονομία της χώρας, ενώ οι πρώτοι ατυχείς χειρισμοί, όταν πλέον είχε εκδηλωθεί, επιδείνωσαν περαιτέρω την κατάσταση. Την ίδια στιγμή, οι αδυναμίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως οι ελλιπείς μηχανισμοί πρόληψης και η εύθραυστη ισορροπία ανάμεσα στη δημοσιονομική πειθαρχία και την ανάγκη για ανάπτυξη, δεν κατόρθωσαν να την ανακόψουν.
Μετά την υπαγωγή της χώρας στην αυστηρή επιτήρηση του μηχανισμού στήριξης, οι αλλεπάλληλες δεσμεύσεις που αναλαμβάνονταν για να αποτραπεί η χρεοκοπία ήταν σχεδόν αδύνατον να τηρηθούν υπό το τότε μοντέλο διακυβέρνησης, το οποίο επέτεινε την ύφεση αντί να την ανακόψει.
Το 2011, ως γενικός εισηγητής του κρατικού προϋπολογισμού του επόμενου έτους, σε μία από τις δραματικότερες στιγμές της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας, είχα αμφισβητήσει το δίλημμα του 2010 «Μνημόνιο ή χρεοκοπία», γιατί τότε υπήρχε ακόμη μια Ευρώπη που άφηνε περιθώρια πολιτικής διαπραγμάτευσης και μια οικονομία που διατηρούσε αντοχές. Το 2012, όμως, η βαθιά ύφεση που προκλήθηκε τις είχε εξαντλήσει, με τους λανθασμένους χειρισμούς να αποτυπώνονται σε κάθε απόκλιση του προϋπολογισμού, ενώ η αναγγελία δημοψηφίσματος εκτόξευσε τη δυσπιστία των αγορών, κλόνισε την αξιοπιστία της χώρας και διακινδύνευσε το ίδιο το ευρωπαϊκό οικοδόμημα.
Με αυτό το κριτήριο, η ψήφος μου στο δεύτερο Μνημόνιο δεν ήταν ψήφος επιδοκιμασίας της τότε συμφωνίας, για τους όρους της οποίας είχα, άλλωστε, ασκήσει δριμεία δημόσια κριτική. Ήταν η λιγότερο επιζήμια επιλογή, ιδίως όταν δεν υπήρχε κανένα σχέδιο για τη διαχείριση μιας άτακτης χρεοκοπίας. Αντιθέτως, μια ψήφος αποδοκιμασίας, μέσα σε κλίμα διεθνούς καχυποψίας, θα παρείχε σε ορισμένους άλλοθι για να απομονώσουν την Ελλάδα με κίνδυνο να οδηγηθεί σε ακόμη βαθύτερη φτωχοποίηση και αποσταθεροποίηση, με σοβαρές συνέπειες για την εθνική κυριαρχία.
Όπως αποδείχθηκε, η εθνική αξιοπρέπεια δεν κερδίζεται με ψεύτικα πιστόλια στο τραπέζι ούτε με αποστολές αυτοκτονίας, όπως εκείνες που ακολούθησαν το 2015, αλλά με την αξιοπιστία που επιτρέπει σε μια κυβέρνηση να διαπραγματεύεται ουσιαστικά. Η ανάγκη αυτή ήταν τότε απολύτως συγκεκριμένη, καθώς η χώρα χρειαζόταν έναν σχεδόν άπιαστο μέσο ρυθμό ανάπτυξης 2%-3%, ενώ το «κούρεμα» του χρέους μπορούσε να λειτουργήσει μόνο ως προσωρινή ανακούφιση.
Η αξιοπιστία αυτή αποδείχθηκε καθοριστική, καθώς, υπό τις τότε συνθήκες, η κυβέρνηση Σαμαρά-Βενιζέλου κατόρθωσε να κρατήσει την Ελλάδα όρθια, να διασφαλίσει την ευρωπαϊκή της πορεία και να την επαναφέρει σταδιακά σε τροχιά σταθερότητας και ανάκαμψης. Γι’ αυτό και πρέπει να κρίνεται ιστορικά ως κυβέρνηση εθνικής ανάταξης μέσα σε συνθήκες ακραίου κινδύνου.
Η επόμενη κυβέρνηση Τσίπρα-Καμμένου κινήθηκε στην αντίθετη κατεύθυνση από εκείνη που είχε ανάγκη τότε η χώρα. Ήρθε στην εξουσία με την υπόσχεση ότι μπορούσε να βγάλει την Ελλάδα από την κρίση χωρίς θυσίες, χωρίς ποτέ να εξηγήσει πώς θα χρηματοδοτούσε τις εξαγγελίες της και πώς θα διαπραγματευόταν με τους ευρωπαϊκούς θεσμούς, τις κυβερνήσεις και τις αγορές – ασφαλώς όχι με νταούλια. Οι κραυγαλέες αντιφάσεις εκείνης της περιόδου, όπου οι διαβεβαιώσεις για την παραμονή της χώρας στην Ευρωζώνη συνυπήρχαν με θέσεις για μονομερή ακύρωση μνημονίων, διαγραφή του μεγαλύτερου μέρους του χρέους, στάση πληρωμών, κρατικοποιήσεις, μαζικές προσλήψεις και γενικευμένες παροχές, παρέπεμπαν στον σκληρό πυρήνα των ελληνικών παθογενειών: στο πελατειακό κράτος, στη γραφειοκρατία, στην αδυναμία των θεσμών και στην απουσία παραγωγικού σχεδίου. Τα υπόλοιπα είναι γνωστά. Και εύχομαι να μη χρειαστεί ποτέ ξανά να τα ζήσει η χώρα. Γι’ αυτό και η μνήμη εκείνης της περιόδου δεν έχει μόνο ιστορική αξία, αλλά και σαφή πολιτική σημασία καθώς λειτουργεί ως προειδοποίηση απέναντι στις αυταπάτες, στον λαϊκισμό και στην ανευθυνότητα. Όπως εύστοχα έχει γράψει ο φιλόσοφος και ανθρωπιστής George Santayana, «όποιος δεν θυμάται το παρελθόν του, είναι καταδικασμένος να το ξαναζήσει».
