Στη δημόσια διαδρομή μου, πολλοί μου απέδιδαν τον χαρακτηρισμό του «τεχνοκράτη», συχνά ως μομφή. Εγώ, αντιθέτως, θεωρώ ότι κάθε πολιτική προϋποθέτει καλή γνώση του τεχνικού της σκέλους, ώστε να σχεδιάζεται σωστά και να είναι εφαρμόσιμη και αποτελεσματική. Και αυτό, στην πολιτική, έχει ιδιαίτερη σημασία, γιατί όπως εύστοχα έχει γράψει ο Αμερικανός ποιητής Henry Wadsworth Longfellow, «χρειάζεται λιγότερος χρόνος για να κάνεις κάτι σωστά από ό,τι για να εξηγήσεις γιατί το έκανες λάθος». Το ίδιο ισχύει κατεξοχήν στην πολιτική, η οποία, ως τέχνη διακυβέρνησης, κρίνεται από την ικανότητα να συνταιριάζεις το διεθνές με το εθνικό, το επείγον με το στρατηγικό και το ευκταίο με το εφικτό, να επιλέγεις τη βέλτιστη λύση και να οργανώνεις και να κατευθύνεις την εφαρμογή της μέσα σε ένα σύνθετο, αντιφατικό και συχνά εχθρικό περιβάλλον.
Εκεί ακριβώς αρχίζει η πραγματική δυσκολία. Ο τεχνικός χρόνος που απαιτείται για να σχεδιαστεί και να υλοποιηθεί μια πολιτική είναι σχεδόν πάντοτε μεγαλύτερος από τον πολιτικό χρόνο που διαθέτει εκείνος που την επισπεύδει. Στο διάστημα αυτό, ακόμη και οι καλά σχεδιασμένες πολιτικές προσκρούουν συχνά σε εμπόδια που υψώνουν οι συσχετισμοί ισχύος και τα δίκτυα επιρροής στην οικονομία, την κοινωνία, τη διοίκηση και τα κόμματα, παγιδεύοντας τον επισπεύδοντα και οδηγώντας τελικά είτε στην αλλοίωση είτε στη ματαίωσή τους. Έτσι εξηγείται γιατί οι εταίροι μας μάς αντιμετωπίζουν συχνά ως ανεπαρκείς Ευρωπαίους, ιδίως όταν αδυνατούμε να εφαρμόσουμε έγκαιρα όσα αποφασίζουμε και μεταθέτουμε σε άλλους ευθύνες που πρωτίστως μας αναλογούν. Γι’ αυτό το κρίσιμο δεν είναι μόνο η γνώση των ευρωπαϊκών κανόνων και συσχετισμών, αλλά και η ποιότητα των θεσμών, από την οποία εξαρτώνται τελικά όχι μόνο η αποτελεσματικότητα της πολιτικής και άρα η προοπτική της χώρας, αλλά και η ίδια η ποιότητα της δημοκρατίας.
Με αυτή την αντίληψη πορεύτηκα στη δημόσια διαδρομή μου, που άρχισε το 2004, έχοντας πάντοτε συνείδηση ότι δεν ασκούσα απλώς έναν θεσμικό ρόλο, αλλά υπηρετούσα έναν σκοπό δημοσίου συμφέροντος. Από αυτή την αντίληψη απορρέει και η ευθύνη, την οποία κανείς δεν δικαιούται να αποποιείται όταν καλείται να την αναλάβει.
Σε αυτή την πρόσκληση ανταποκρίθηκα πέντε φορές, πραγματοποιώντας ισάριθμες μεταβάσεις από τις Βρυξέλλες στην Αθήνα και αντιστρόφως: το 2004, όταν εγκατέλειψα την ασφάλεια μιας καριέρας στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή· το 2009, όταν πολιτεύθηκα για πρώτη φορά στην ιδιαίτερη πατρίδα μου, χωρίς εκλογική βάση και εξοικείωση με τις πολιτικές διεργασίες· το 2015, όταν μου ζητήθηκε να μετάσχω στην υπηρεσιακή κυβέρνηση· το 2020, όταν ανέλαβα τον σχεδιασμό της αναπτυξιακής μετάβασης των περιοχών της χώρας που ήταν εξαρτημένες από τον λιγνίτη και το πετρέλαιο· και το 2025, όταν μου ζητήθηκε να συνδράμω τη χώρα στις διαπραγματεύσεις για τον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό της περιόδου 2028–2034. Καθεμία από αυτές τις μεταβάσεις υπαγορεύθηκε από την ανάγκη να επιστρέψω στην πατρίδα ένα μικρό μέρος από όσα μου προσέφερε και, ει δυνατόν, κάτι περισσότερο από όσα αποκόμισα εργαζόμενος εκτός συνόρων: αναζητώντας νέες λύσεις χωρίς να αναπαράγω παλιά προβλήματα, συμπράττοντας στην επίτευξη στόχων που είχαν θέσει άλλοι χωρίς προσωπικούς εγωισμούς και επικοινωνώντας με τους πολίτες χωρίς τακτικισμούς. Καμία από αυτές τις μεταβάσεις δεν υπήρξε εύκολη ούτε ανέξοδη σε προσωπικό επίπεδο. Όλες απαιτούσαν αντοχή, εσωτερική πειθαρχία και επιμονή, ακόμη και όταν οι προσπάθειες δεν αναγνωρίζονταν, δεν ολοκληρώνονταν ή και αποτύγχαναν. Και όμως, ακόμη και τότε, παρέμενε μια βαθύτερη ικανοποίηση, όταν μια προσπάθεια κατέλειπε μια μεθοδολογία χρήσιμη για την επόμενη ή όταν μια τεχνικά ορθή προσέγγιση, έστω και αν δεν εφαρμόστηκε, μπορούσε να αξιοποιηθεί σε κάποια άλλη.
Ως Βουλευτής, στην πιο κρίσιμη ίσως περίοδο της μεταπολίτευσης, πάλεψα για να υπηρετήσω το δημόσιο συμφέρον επιλέγοντας τη συνεννόηση αντί της σύγκρουσης, τη σύνθεση αντί της διάσπασης και την τεκμηρίωση αντί του εντυπωσιασμού, μακριά από τον λαϊκισμό, τον κομματισμό και κάθε κατεστημένο. Δεν εντάχθηκα σε κύκλους ή κυκλώματα και δεν απέκτησα εξαρτήσεις. Αισθάνομαι δε ευγνωμοσύνη γιατί οι συμπολίτες μου με τίμησαν με την εμπιστοσύνη τους κάθε φορά που ζήτησα την ψήφο τους· ικανοποίηση γιατί, όταν έφθανε η ώρα της επιλογής, Πρωθυπουργοί και Πρόεδροι της Δημοκρατίας δεν χρειάζονταν ούτε συστάσεις ούτε υποδείξεις από κανέναν για να με κρίνουν· αλλά και υπερηφάνεια γιατί κανείς δεν τόλμησε ποτέ να μου ζητήσει κάτι ύποπτο ή να με θεωρήσει διαθέσιμο για κάτι τέτοιο. Άλλωστε, όπως είπε ο Δημήτριος Καμπούρογλου, «Καθαρόν πράγμα δεν είναι ό,τι επλύθη, αλλ’ ό,τι δεν ελερώθη». Τέλος, δεν εγκλωβίστηκα ποτέ στην αγωνία της επανεκλογής, γιατί μπορώ να υπάρχω και εκτός πολιτικής και να στηρίζω τον τόπο μου. Άλλωστε, η δέσμευση απέναντί του δεν λήγει με τη βουλευτική θητεία, ούτε εξαρτάται από αξιώματα. Συνεχίζεται όσο παραμένει ζωντανή η βούληση να είσαι χρήσιμος.
Μπορεί να μην πέτυχα όλα όσα επιδίωξα, ούτε να εξαρτήθηκαν όλα από εμένα. Προσπάθησα, όμως, χωρίς να διεκδικήσω ποτέ το αλάθητο και χωρίς να οικειοποιηθώ επιτυχίες άλλων. Γι’ αυτό θεωρώ ότι η δικαίωση στην πολιτική, όπως και στη ζωή, δεν είναι υπόθεση μιας στιγμής, αλλά αποτέλεσμα του έργου και της χρονικής απόστασης που επιτρέπει μια δικαιότερη κρίση του.
