Την ευρωπαϊκή ιδέα συγκροτούν οι θεμελιώδεις αξίες της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, της ελευθερίας, της δημοκρατίας, της ισότητας, του κράτους δικαίου και του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων – μαζί με την υπόσχεση αλληλεγγύης που διαπερνά ολόκληρο το ευρωπαϊκό εγχείρημα. Ένα μοναδικό στην ιστορία εγχείρημα ειρήνης, ενότητας και συνεργασίας κρατών και λαών, που επέλεξαν να ασκούν από κοινού μέρος της κυριαρχίας τους, ώστε να υπηρετούν τη συλλογική πρόοδο και να επιλύουν τις διαφορές τους μέσω αμοιβαίων συμβιβασμών. Σήμερα, όμως, οι πόλεμοι δοκιμάζουν εκ νέου τις αξίες αυτές και επιβάλλουν στην Ευρωπαϊκή Ένωση να παραμείνει σταθερή στην υπεράσπιση της διεθνούς τάξης που βασίζεται σε κανόνες.
Οι νεότερες γενιές πρέπει να γνωρίζουν από πού ξεκίνησε η Ευρώπη, ποια ιστορική καταστροφή αντιμετώπισε και τι σημαίνουν στην πράξη η ειρήνη, τα ανοιχτά σύνορα, η ελεύθερη κυκλοφορία, αλλά και οι δυνατότητες σπουδών, εργασίας και επιχειρηματικής δράσης σε ολόκληρη την ήπειρο. Μόνον έτσι θα κατανοήσουν το πραγματικό περιεχόμενο του ευρωπαϊκού εγχειρήματος. Η Ευρώπη δεν είναι ένας απρόσωπος μηχανισμός, αλλά ένα σύστημα θεσμών που συγκροτείται από δημοκρατικά νομιμοποιημένους εκπροσώπους, στους οποίους οι πολίτες αναθέτουν την ευθύνη να διαμορφώνουν εργαλεία αντάξια των στόχων της, να προσαρμόζουν τις Συνθήκες όταν οι εξελίξεις το επιβάλλουν και να διορθώνουν την πορεία της όταν οι κοινωνίες το αξιώνουν. Πρέπει, επίσης, να λέγεται με ειλικρίνεια ότι η Ευρώπη είναι πολύπλοκη, επειδή πολύπλοκος είναι και ο κόσμος μέσα στον οποίο καλείται να δράσει. Και ακριβώς γι’ αυτό χρειάζεται ηγεσίες με το ιστορικό βάθος και το πολιτικό θάρρος των ιδρυτών της, αλλά και με την ενότητα, την ταχύτητα και την αποφασιστικότητα που απαιτούν οι προκλήσεις της εποχής. Ως σταθερός υπερασπιστής της πολυμέρειας, η Ένωση οφείλει όχι μόνο να στηρίζει το διεθνές δίκαιο, τα Ηνωμένα Έθνη και την πολυμερή συνεργασία, αλλά και να συμβάλει ενεργά στη διαμόρφωση ενός πολυπολικού κόσμου που θα τα υπερασπίζεται έμπρακτα. Αυτή είναι η διεθνής αποστολή της, και ταυτόχρονα υπηρετεί το ίδιο της το συμφέρον.
Οι ατέλειες της Ευρώπης, που κάθε μεγάλη κρίση φέρνει στην επιφάνεια, δεν αντιμετωπίζονται με υπαναχώρηση, αλλά με εμβάθυνση: με περισσότερη πολιτική συνεργασία, μεγαλύτερη διαφάνεια και λογοδοσία, καλύτερη ισορροπία ανάμεσα στην ευρωπαϊκή και την εθνική δράση, ισχυρότερους μηχανισμούς και αποτελεσματικότερα εργαλεία, ουσιαστικότερη στήριξη της ανάπτυξης, της απασχόλησης και της σύγκλισης, μεγαλύτερη δημοσιονομική ικανότητα και δικαιότερο επιμερισμό του κινδύνου και της ευθύνης. Μόνον έτσι μπορεί η Ευρώπη να εμπνεύσει ξανά και να δικαιώσει, ιδίως για χώρες όπως η δική μας, τον ρόλο της ως φυσικού πολιτικού και γεωστρατηγικού χώρου, αλλά και ως πολλαπλασιαστή της φωνής, της ασφάλειας, της ανάπτυξης και του διεθνούς τους κύρους. Γι’ αυτό η Ευρωπαϊκή Ένωση πρέπει να συνεχίσει να αποτελεί δύναμη σταθερότητας και να αναλάβει αποφασιστική δράση, ώστε να διασφαλίσει την ικανότητά της να ενεργεί μέσα σε έναν ασταθή κόσμο. Μέσα σε αυτή την Ευρώπη κρίνεται και η θέση της Ελλάδας, από τον βαθμό στον οποίο ενστερνίζεται, υπηρετεί και αξιοποιεί αυτό το αξιακό, πολιτικό και θεσμικό κεκτημένο.
Ένα από τα πεδία όπου κρίνεται η Ευρώπη είναι το μεταναστευτικό και το προσφυγικό ζήτημα. Η κοινωνία πρέπει να γνωρίζει το πραγματικό του μέγεθος, τους περιορισμούς και τις επιλογές, με αφετηρία τη σαφή διάκριση ανάμεσα στον πρόσφυγα, που δικαιούται διεθνή προστασία επειδή διαφεύγει τον πόλεμο, τη δίωξη, τη βία ή άλλες σοβαρές απειλές κατά της ζωής και της ελευθερίας του, και στον παράτυπο μετανάστη, που μετακινείται κυρίως αναζητώντας καλύτερες συνθήκες ζωής. Από αυτή τη διάκριση απορρέει η διπλή υποχρέωση της Ελλάδας: να τηρεί τις διεθνείς της δεσμεύσεις και, ταυτόχρονα, να προστατεύει τα σύνορα και την κοινωνική της συνοχή. Αυτό προϋποθέτει ισχυρή επιχειρησιακή ικανότητα, αποτελεσματικές διαδικασίες ταυτοποίησης, ασύλου και επιστροφών για όσους δεν δικαιούνται προστασία και στενή συνεργασία με τους ευρωπαϊκούς οργανισμούς, με ιδιαίτερη έμφαση στη συστηματική δίωξη των κυκλωμάτων διακίνησης.
Η αναγκαιότητα αυτής της πολιτικής επιβεβαιώθηκε με οδυνηρό τρόπο το 2015, όταν η απουσία επιτήρησης και η διοικητική απορρύθμιση εγκλώβισαν χιλιάδες ανθρώπους, υπερφόρτωσαν τα νησιά του ανατολικού Αιγαίου και έπληξαν σοβαρά την εικόνα, την ασφάλεια και τη συνοχή της χώρας. Την ίδια στιγμή, η πίεση που δέχεται η χώρα δοκιμάζει και την ικανότητα της Ευρώπης να προστατεύει τα σύνορά της, να συνεργάζεται ουσιαστικά με τις χώρες προέλευσης και διέλευσης, να εξασφαλίζει συμφωνίες επανεισδοχής, να επιβάλλει αιρεσιμότητες απέναντι σε κράτη που δεν τηρούν τις δεσμεύσεις τους ή εργαλειοποιούν το ζήτημα, όπως έχει επανειλημμένως πράξει η Τουρκία, και, κυρίως, να κατανέμει αναλογικά το οικονομικό βάρος και τις ευθύνες διαχείρισης.
