Κατά τους Blaise Cronin και Elisabeth Davenport, δύο σημαντικούς θεωρητικούς της επιστήμης της πληροφόρησης, η κοινωνική νοημοσύνη εκφράζει την ικανότητα μιας κοινωνίας να ανιχνεύει και να ερμηνεύει το περιβάλλον της, να αναγνωρίζει ευκαιρίες και απειλές και να αξιοποιεί τη γνώση για να προσαρμόζεται δημιουργικά στις μεταβολές του.
Σήμερα, η ικανότητα αυτή καθίσταται περισσότερο αναγκαία από ποτέ. Ο διπολισμός έχει δώσει τη θέση του σε έναν ασύμμετρο κατακερματισμό γεωπολιτικών σκοπιμοτήτων και ευκαιριακών συμμαχιών, που περιφρονούν ολοένα συχνότερα το διεθνές δίκαιο. Η δημοκρατία δοκιμάζεται από νέες μορφές αυταρχισμού, αλλά και από κρίσεις εκπροσώπησης και συμμετοχής. Την ίδια στιγμή, η ισχύς των κρατών δεν κρίνεται πλέον μόνο από το οικονομικό ή στρατιωτικό τους μέγεθος, αλλά και από την τεχνολογική τους υπεροχή, τον έλεγχο κρίσιμων δικτύων, τη διαχείριση των δεδομένων και την ικανότητά τους να αξιοποιούν την τεχνητή νοημοσύνη. Παράλληλα, η κλιματική κρίση προκαλεί πρωτοφανή αποσταθεροποίηση. Την ίδια στιγμή, σπανίζουν οι πολιτικές ηγεσίες παγκόσμιου βεληνεκούς, ικανές να ανταποκριθούν στο βάρος και τη σύνθετη φύση αυτών των μεταβολών.
Σε αυτό το περιβάλλον, και ιδίως στη γεωπολιτική μας περιοχή, η χώρα χρειάζεται υπεύθυνη πολιτική ηγεσία, ικανή να ενισχύει την οικονομία και, πάνω σε αυτή τη βάση, να θωρακίζει την ετοιμότητα, την ανθεκτικότητα, την άμυνα και την ασφάλειά της, χωρίς φόβο απέναντι στο πολιτικό κόστος. Σε αυτό ακριβώς το πεδίο δοκιμάστηκε η Μεταπολίτευση. Όταν τμήμα του πολιτικού συστήματος ταυτίστηκε με την απρονοησία ή την ανομία, άρχισε σταδιακά να διαβρώνεται η αξιοπιστία των παραδοσιακών πολιτικών δυνάμεων. Η φθορά αυτή άνοιξε τον δρόμο για την άνοδο της Αριστεράς στην εξουσία. Η μετέπειτα συρρίκνωσή της, όμως, επιβεβαίωσε ότι ούτε εκείνη ανταποκρίθηκε στις ίδιες απαιτήσεις· αντίθετα, όταν κλήθηκε να κυβερνήσει, όχι μόνο επιβεβαίωσε τα όριά της, τις αντιφάσεις και τις αυταπάτες της, αλλά επέφερε βαρύτερο κόστος στη χώρα. Έτσι, σήμερα, καθώς καταβάλλεται προσπάθεια να κλείσει ο κύκλος των παθογενειών που σφράγισαν επί δεκαετίες τη μεταπολιτευτική περίοδο, η χώρα μοιάζει διχασμένη ανάμεσα σε μια Ελλάδα που παλεύει να τις υπερβεί και σε μια άλλη που διαμαρτύρεται για τις συνέπειες της διαιώνισής τους.
Από αυτό το ρήγμα τροφοδοτείται η κρίση εμπιστοσύνης προς τον πολιτικό κόσμο, που συχνά εκτρέπεται σε ισοπέδωση και μηδενισμό, αποδυναμώνοντας τη δημοκρατία και ανοίγοντας τον δρόμο στους δημαγωγούς και τους ιδιοτελείς. Η εμπιστοσύνη δεν θα αποκατασταθεί παρά μόνο μέσα από την αναβάθμιση της πολιτικής αντιπροσώπευσης: με κόμματα που επιλέγουν αξιοκρατικά τα στελέχη τους και με πολίτες που αναγνωρίζουν το ήθος, τη διαδρομή και την ποιότητα του καθενός, ώστε να αναδεικνύονται πρόσωπα χωρίς εξαρτήσεις, που συνεργάζονται για το κοινό συμφέρον, χωρίς να υποβαθμίζουν τη δημόσια ζωή σε πεδίο προσωπικών εκκαθαρίσεων. Αυτοί είναι που θα ισχυροποιήσουν τους θεσμούς που έχει ανάγκη κάθε ώριμη δημοκρατία.
Όμως ούτε η ποιότητα της πολιτικής εξαντλείται στα πρόσωπα ούτε η αποτελεσματικότητά της στους θεσμούς. Χωρίς ιδεολογική πυξίδα, παραδίδεται στον τακτικισμό ή στην απλή διαχείριση του εφήμερου. Η δική μου ιδεολογική πυξίδα είναι ο φιλελευθερισμός, επειδή προκρίνει τη διαρκή προσαρμογή στις μεταβαλλόμενες απαιτήσεις της οικονομίας και στις ανάγκες της κοινωνίας και αναγνωρίζει στην παιδεία την ασφαλέστερη επένδυση και την πιο σταθερή πηγή ευκαιριών, στον πολιτισμό τη δύναμη της αυτογνωσίας, της συνέχειας και της δημιουργίας, στην ανταγωνιστικότητα τον καταλύτη της βιώσιμης ανάπτυξης και στη μεσαία οικογένεια το βασικό κύτταρο παραγωγής, συνοχής και σταθερότητας. Από αυτή την αφετηρία απορρέει και η ανάγκη ρήξης με ό,τι υποθηκεύει το μέλλον για να συντηρεί το παρόν ή εγκλωβίζει τον πολίτη σε σχέσεις εξάρτησης.
Έχοντας υπηρετήσει σχεδόν όλους τους ευρωπαϊκούς θεσμούς, κατέληξα στο συμπέρασμα ότι η πρόοδος της χώρας συνδέεται άμεσα με την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, ιδίως όταν αυτή αποτυπώνεται σε πολιτικές με ισχυρό αναπτυξιακό και κοινωνικό πρόσημο, όπως η πολιτική συνοχής. Η Ελλάδα, άλλωστε, άλλαξε πρόσωπο χάρη στους πόρους και τα εργαλεία αυτής της πολιτικής, όχι μόνο μέσω των έργων υποδομής που υλοποιήθηκαν, αλλά και μέσω των στρατηγικών προσεγγίσεων που διαμορφώθηκαν σε πολλούς τομείς. Επιβεβαίωσα, επίσης, ότι οι πόροι μπορούν, όταν συναντούν ένα κράτος που γνωρίζει τι επιδιώκει και μια κοινωνία που θέλει να προχωρήσει, να κινητοποιήσουν παραγωγικές δυνάμεις και να παράγουν πολλαπλασιαστικό αποτέλεσμα.
Αυτή, όμως, είναι μόνο η μία όψη της πραγματικότητας. Για χρόνια, η χώρα αντιμετώπισε την Ευρώπη είτε ως δεξαμενή άντλησης πόρων, με την απορρόφηση να μετατρέπεται σε αυτοσκοπό, είτε ως άλλοθι για αποφάσεις που το πολιτικό σύστημα δεν ήθελε να αναλάβει με δική του ευθύνη. Έτσι, οι στρατηγικές συχνά εκφυλίζονταν σε άθροισμα επιμέρους αιτημάτων, το βραχυπρόθεσμο υπερίσχυε του μακροπρόθεσμου και η αναγκαία πολιτική και κοινωνική συναίνεση για μεταρρυθμίσεις παρέμενε ελλειμματική. Το αποτύπωμα αυτής της αδυναμίας ήταν ορατό σε εντάξεις έργων με ενδεικτικούς προϋπολογισμούς, αβέβαια χρονοδιαγράμματα και ανεπαρκή ωριμότητα, στοιχεία που ανέδειξαν τα όρια της δημόσιας διοίκησης απέναντι στις απαιτήσεις του ευρωπαϊκού πλαισίου. Η ουσία είναι ότι η Ελλάδα έκανε λιγότερα από όσα μπορούσε με τους πόρους που έλαβε, οι οποίοι ποτέ δεν ήταν λίγοι. Η απορρόφησή τους μπορεί να υπήρξε ικανοποιητική, ο αναπτυξιακός αντίκτυπός τους, όμως, δεν ήταν αντίστοιχος του ύψους τους, ώστε να διασφαλίσει διατηρήσιμη ανάπτυξη. Αυτό συνδέεται με τη διαχρονική δυσκολία της χώρας να αφομοιώσει ουσιαστικά το ευρωπαϊκό κεκτημένο, όχι μόνο σε θεσμικό ή τεχνικό, αλλά πρωτίστως σε πολιτικό και πολιτισμικό επίπεδο. Το κεκτημένο, ως σύστημα αξιών, κανόνων και ορίων, δεν έγινε πραγματικό κτήμα ούτε του κράτους ούτε της κοινωνίας. Έτσι, δεν μπορούσε να αποδώσει τα αναμενόμενα, αφού οι κανόνες εφαρμόζονταν συχνά αποσπασματικά, καθυστερημένα και συνήθως υπό πίεση, λόγω της γραφειοκρατίας, της πολυνομίας και των πελατειακών σχέσεων.
Η Ελλάδα που οραματίζομαι είναι μια δημοκρατική χώρα, με διεθνές κύρος, που μπορεί να διαχειρίζεται τις σύνθετες προκλήσεις της εποχής, να διορθώνει τις αδυναμίες της και να αξιοποιεί τις δυνατότητες και το ανθρώπινο δυναμικό της. Μια χώρα που διαθέτει ισχυρή οικονομία, με σύγχρονη παραγωγική βάση, θεμελιωμένη στη γνώση, την καινοτομία, την παραγωγικότητα και στις επενδύσεις, ένα επιτελικό κράτος που ασκεί τον ρυθμιστικό και εποπτικό του ρόλο με συνέχεια και συνέπεια και μια αποτελεσματική δημόσια διοίκηση, ικανή να σχεδιάζει την ανάπτυξη συνδέοντας τις ευρωπαϊκές προτεραιότητες με τις περιφερειακές ανάγκες, να συντονίζει και να κατανέμει ορθολογικά τους πόρους, να ενεργοποιεί το τοπικό δυναμικό και να κινητοποιεί την ιδιωτική πρωτοβουλία προς στρατηγικές κατευθύνσεις. Μια τέτοια χώρα στηρίζει σταθερά τους κλάδους που διαθέτουν πλεονέκτημα παγκόσμιου βεληνεκούς, όπως η ναυτιλία, αλλά και τον αγροτικό χώρο, τις ορεινές και νησιωτικές περιοχές, ώστε να εξελιχθούν σε πεδία οργανωμένης πολυδραστηριότητας. Παράλληλα, διαθέτει ανταποδοτική φορολογική πολιτική, φιλική προς την ανταγωνιστικότητα και δίκαιη προς τους πολίτες, και περιορίζει τη φοροδιαφυγή δίνοντας χώρο για φοροελαφρύνσεις. Τέλος, διατηρεί τη δημοσιονομική της αξιοπιστία, με πρωτογενή πλεονάσματα που μειώνουν το κόστος δανεισμού και διαμορφώνουν ευνοϊκό περιβάλλον για επενδύσεις.
Όμως τίποτε από τα παραπάνω δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς συνοχή. Μια Ελλάδα για όλους δεν σημαίνει μόνον ίσες ευκαιρίες στο επιχειρείν, στην εργασία και στην εκπαίδευση, αλλά και ένα κράτος που δεν εγκαταλείπει κανέναν: που στηρίζει ουσιαστικά τους πιο ευάλωτους, αντιμετωπίζει τη στέγαση ως πραγματικό κοινωνικό ζήτημα, διαφυλάσσει την αξιοπρέπεια σε κάθε ηλικία και αναγνωρίζει το δημογραφικό ως πρόκληση εθνικής σημασίας. Για να γίνουν όλα αυτά πράξη, απαιτούνται ισχυροί θεσμοί, ικανοί να καταπολεμούν τη διαφθορά σε κάθε επίπεδο εξουσίας αλλά και να πλήττουν αποφασιστικά τις ρίζες της διαπλοκής, του νεποτισμού και της αναξιοκρατίας.
Τέλος, η Ελλάδα που οραματίζομαι διαθέτει σαφή εθνική στρατηγική για τη θέση της στον κόσμο, την υπεράσπιση των συμφερόντων της και την άσκηση των κυριαρχικών της δικαιωμάτων στην αιγιαλίτιδα ζώνη, στην υφαλοκρηπίδα και στην ΑΟΖ, σύμφωνα με το Δίκαιο της Θάλασσας και το διεθνές δίκαιο, από τα οποία απορρέουν τα δικαιώματα του παράκτιου κράτους. Ταυτόχρονα, συγκροτεί ισχυρές διεθνείς συμμαχίες, απορρίπτει τις μονομερείς και αυθαίρετες διεκδικήσεις του τουρκικού αναθεωρητισμού και επιδιώκει, με σοβαρή διπλωματία, την επίλυση της μόνης διαφοράς, που είναι η οριοθέτηση των θαλασσίων ζωνών. Στο Κυπριακό δεν επιδέχεται καμία έκπτωση: μία κυριαρχία, μία διεθνής προσωπικότητα, μία ιθαγένεια και καμία νομιμοποίηση των τετελεσμένων της εισβολής και της κατοχής. Πάνω από όλα, όμως, διαθέτει αποτρεπτική ισχύ, αναγνωρίζοντας ότι η ειρήνη δεν διασφαλίζεται με κατευνασμό.
Αυτή είναι η Ελλάδα που μπορεί να εμπνέει εμπιστοσύνη στους πολίτες της και να κερδίζει τον σεβασμό των εταίρων της.
