Κυρίες και κύριοι,
Σήμερα ανοίξαμε μια κρίσιμη και απαιτητική συζήτηση, όχι μόνο για τον αγροτικό τομέα, αλλά για τη διαμόρφωση ενός βιώσιμου, παραγωγικού και δημογραφικά ακμαίου αγροτικού χώρου στο πλαίσιο της νέας Κοινής Αγροτικής Πολιτικής. Η νέα ΚΑΠ θα χρηματοδοτηθεί εντός της νέας δομής και των δημοσιονομικών ορίων του επόμενου προϋπολογισμού της ΕΕ για την περίοδο 2028–2034, ύψους 1,985 τρισ. ευρώ, σύμφωνα με την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
Το μέγεθος αυτό, όμως, πρέπει να εκτιμηθεί υπό δύο κρίσιμες επισημάνσεις. Πρώτον, ότι περίπου το 10% του νέου προϋπολογισμού αφορά την αποπληρωμή των δανείων του Ταμείου Ανάκαμψης (NextGenerationEU), γεγονός που περιορίζει τον πραγματικό διαθέσιμο δημοσιονομικό χώρο, ακριβώς τη στιγμή που η Ένωση αναλαμβάνει νέες προτεραιότητες στους τομείς της ανταγωνιστικότητας, της άμυνας, της ανθεκτικότητας και της ετοιμότητας, καθώς και αυξημένες κοινές ευθύνες. Δεύτερον, ότι η ίδια η Επιτροπή έχει ήδη θέσει στο τραπέζι σενάρια σημαντικών περικοπών, εάν δεν υπάρξει συμφωνία για νέους ίδιους πόρους.
Εδώ ακριβώς εντοπίζεται και το βασικό πολιτικό διακύβευμα της διαπραγμάτευσης. Οι νέες προτεραιότητες και ευθύνες δεν μπορούν να χρηματοδοτούνται αποκλειστικά από τις εθνικές συνεισφορές. Απαιτούν νέες πηγές χρηματοδότησης, ικανές να ενισχύσουν τη δημοσιονομική αυτονομία της Ένωσης και, ταυτόχρονα, να της επιτρέψουν να ανταποκρίνεται αποτελεσματικά στις νέες ανάγκες, με μεγαλύτερη ευελιξία, ισχυρότερα εργαλεία αντιμετώπισης κρίσεων και δυνατότητα ταχύτερης κινητοποίησης των πόρων.
Η εθνική προετοιμασία θα κριθεί στο ευρωπαϊκό τραπέζι της διαπραγμάτευσης, σε μια διαδικασία που έχει ήδη εισέλθει σε κρίσιμη φάση. Θα κριθεί, όμως, κυρίως από το αν και πώς θα αξιοποιήσουμε τους πόρους προς όφελος μιας ισόρροπης και διατηρήσιμης ανάπτυξης. Η διαχρονική εμπειρία δείχνει ότι οι ανάγκες υπήρξαν πάντοτε μεγαλύτερες από τους πόρους που είχαμε στη διάθεσή μας, αλλά και ότι, όχι λίγες φορές, αποδείχθηκαν περισσότεροι από την ικανότητά μας να τους απορροφήσουμε έγκαιρα και να τους αξιοποιήσουμε αποτελεσματικά.
Το κύριο βάρος του νέου προϋπολογισμού, δηλαδή 1,062 τρισ. ευρώ ή 54% του συνόλου, συγκεντρώνεται στο Κεφάλαιο 1. Εκεί εντάσσονται οι πιο κρίσιμες και πολιτικά ευαίσθητες πολιτικές της Ένωσης: η συνοχή, η γεωργία και η αγροτική ανάπτυξη, η αλιεία, αλλά και ευρύτερες πολιτικές εσωτερικής ασφάλειας και θαλάσσιας ευημερίας. Στο ίδιο πλαίσιο, η εισοδηματική στήριξη της ΚΑΠ διαθέτει ένα ελάχιστο οριοθετημένο ποσό 293,7 δισ. ευρώ, ενώ προβλέπεται και ένα ετήσιο γεωργικό αποθεματικό κρίσης ύψους 900 εκατ. ευρώ, το οποίο θα λειτουργεί ως δίχτυ ασφαλείας σε μια περίοδο αυξημένης μεταβλητότητας των αγορών και διαδοχικών κρίσεων.
Το βασικό εργαλείο υλοποίησης όλων των παραπάνω πολιτικών θα είναι τα Εθνικά και Περιφερειακά Σχέδια Εταιρικής Σχέσης, τα ΕΠΕΣ. Τα κράτη-μέλη δεν θα λειτουργούν πλέον μέσα από ένα σύνολο διακριτών τομεακών και περιφερειακών προγραμμάτων, αλλά θα καταρτίζουν και θα υποβάλλουν προς έγκριση ένα ενιαίο ΕΠΕΣ, οργανωμένο σε κεφάλαια, σύμφωνα με τις προδιαγραφές των νέων κανονισμών, το οποίο πρέπει να υπηρετεί συγκεκριμένους γενικούς και ειδικούς στόχους. Στο πλαίσιο αυτό, θα ιεραρχούν προτεραιότητες, θα συνδέουν μεταρρυθμίσεις και επενδύσεις και θα κατανέμουν τους πόρους με μεγαλύτερη ευελιξία, αλλά και με αυξημένες απαιτήσεις επίδοσης, καθώς οι εκταμιεύσεις θα συνδέονται πλέον με την επίτευξη οροσήμων και στόχων.
Ακριβώς εδώ βρίσκεται το κρίσιμο σημείο της νέας δομής του προϋπολογισμού, με τις δυνατότητες που ανοίγει αλλά και με τις σοβαρές προκλήσεις που δημιουργεί. Η συγκέντρωση πολλών πολιτικών στο ίδιο πλαίσιο και ο κοινός προγραμματισμός των πόρων μπορούν να ενισχύσουν τον συντονισμό, να περιορίσουν τις επικαλύψεις και να προσδώσουν μεγαλύτερη συνοχή στις παρεμβάσεις των επιμέρους Ταμείων. Ωστόσο, η ευελιξία αυτή ενέχει και τον κίνδυνο υπερβολικού συγκεντρωτισμού, με παράλληλη ενίσχυση του εσωτερικού ανταγωνισμού για πόρους και αποδυνάμωση της ορατότητας της ΚΑΠ. Μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε, σε βάθος χρόνου, να υπονομεύσει τον χαρακτήρα της ως πολιτικής που από τη φύση της και βάσει της Συνθήκης, οφείλει να παραμείνει πραγματικά κοινή και να στηρίζεται σε ισχυρούς και προβλέψιμους πόρους.
Στη χώρα μας, η ΚΑΠ στηρίζει τη σταθερότητα της αγροτικής οικονομίας, τη συνοχή της υπαίθρου, ιδίως σε περιοχές με μόνιμους φυσικούς περιορισμούς, και ιδίως τους παραγωγούς που λειτουργούν με υψηλό κόστος και χαμηλή ανταγωνιστικότητα μέσα σε έναν αγροτικό τομέα κατακερματισμένο σε κλήρο και με διαρθρωτικές αδυναμίες. Την ίδια στιγμή, καλείται να αντιμετωπίσει τις πιέσεις της αγοράς, τις απαιτήσεις της πράσινης και ψηφιακής μετάβασης και την εγκατάλειψη της υπαίθρου που οδηγεί σε συρρίκνωση της αγροτικής απασχόλησης.
Τα δεδομένα αυτά αναδεικνύουν τις στρατηγικές προτεραιότητες ενός εθνικού σχεδίου που θα εντάσσει την ΚΑΠ στη συνολική αναπτυξιακή στρατηγική της χώρας, θα τη συνδέει με το κλίμα, το νερό, την αγροδιατροφή, την ανθεκτικότητα και την περιφερειακή ανάπτυξη και θα ιεραρχεί με σαφήνεια τις παρεμβάσεις. Οι προτεραιότητες ενός τέτοιου σχεδίου μπορούν να οργανωθούν γύρω από ορισμένους βασικούς άξονες πολιτικής της ΚΑΠ. Eνδεικτικά:
Πρώτος άξονας είναι η διασφάλιση δίκαιου και επαρκούς εισοδήματος για τους αγρότες. Η πλήρης χρηματοδότηση από την ΕΕ των βασικών παρεμβάσεων εισοδηματικής στήριξης, δηλαδή των άμεσων ενισχύσεων όπως ονομάζονταν μέχρι σήμερα, έχει τεράστια σημασία για χώρες συνοχής με ισχυρή εξάρτηση από τον αγροτικό τομέα. Για τον λόγο αυτό, οι σχετικοί πόροι πρέπει να κατανέμονται αντικειμενικά και με διαφάνεια, να αντανακλούν το πραγματικό κόστος παραγωγής και τις ιδιαίτερες συνθήκες ιδίως στις νησιωτικές και ορεινές περιοχές, να κατευθύνονται στους πραγματικά ενεργούς γεωργούς αλλά και να προστατεύονται από τον πληθωρισμό του κόστους.
Δεύτερος άξονας είναι η σύνδεση της βιωσιμότητας και της ανταγωνιστικότητας με τη μακροπρόθεσμη επισιτιστική ασφάλεια. Η νέα ΚΑΠ οφείλει να διασφαλίζει δίκαιο και επαρκές εισόδημα αλλά με πραγματικό παραγωγικό αντίκρισμα, ενισχύοντας την ανταγωνιστικότητα, την ανθεκτικότητα και την ικανότητα αντιμετώπισης κρίσεων, επενδύοντας στη γνώση, στην καινοτομία και στην ψηφιακή μετάβαση και στηρίζοντας τις δράσεις για το κλίμα, τη διατήρηση της βιοποικιλότητας και των φυσικών πόρων. Αυτός είναι ο πυρήνας της ευρωπαϊκής προσέγγισης για την αγροδιατροφή: η σύνδεση της στήριξης του παραγωγού με τη μακροπρόθεσμη επισιτιστική ασφάλεια, τη βιωσιμότητα και τη διατήρηση μιας ανταγωνιστικής παραγωγικής βάσης στην Ευρώπη. Η βιωσιμότητα δεν είναι αφηρημένη έννοια. Συναρτάται με την παραγωγή τροφίμων υψηλής ποιότητας, την ενίσχυση της θέσης των γεωργών στην αλυσίδα αξίας των τροφίμων και, γενικά, τη στήριξη μιας πιο ποικιλόμορφης και ανθεκτικής αγροτικής οικονομίας.
Τρίτος άξονας είναι η ελκυστικότητα της υπαίθρου και η ανανέωση των γενεών. Η επίτευξη αυτού του στόχου προϋποθέτει οργανωμένα κίνητρα, στοχευμένες επενδύσεις σε υπηρεσίες και υποδομές που βελτιώνουν τις συνθήκες εργασίας, παραμονής και δημιουργίας στην ύπαιθρο, ειδικά εργαλεία στήριξης για νέους αγρότες, γυναίκες και μικρές οικογενειακές εκμεταλλεύσεις, καλύτερη πρόσβαση στην καλλιεργήσιμη γη και στη χρηματοδότηση, ουσιαστική κατάρτιση, συμβουλευτική υποστήριξη και αποτελεσματικότερους μηχανισμούς μεταφοράς γνώσης και καινοτομίας, ώστε η παραμονή στην ύπαιθρο να αποτελεί πραγματική επιλογή ζωής και όχι λύση ανάγκης.
Τέλος, ένας οριζόντιος άξονας είναι η έγκαιρη προσαρμογή στο νέο κανονιστικό πλαίσιο. Η Ελλάδα χρειάζεται ένα διαφανές και αξιόπιστο σύστημα πληρωμών και ελέγχων, με ψηφιακή ιχνηλασιμότητα και δυνατότητα αποτελεσματικής ανάκτησης πόρων, ώστε να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη και, ταυτόχρονα, να υπηρετούνται ο παραγωγός και η νομιμότητα. Η ψηφιακή μετάβαση, από την άλλη πλευρά, οφείλει να είναι προσβάσιμη και λειτουργική για όλους, ιδίως για τους μικρότερους σε δυναμικότητα, τους μεγαλύτερους σε ηλικία και τους παραγωγούς που βρίσκονται σε απομακρυσμένες περιοχές.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η σημερινή διαβούλευση αποκτά ουσιαστικό περιεχόμενο.
Κατά τη διάρκεια της 2ης συνεδρίασης της Διυπουργικής Επιτροπής τέθηκαν από το ΥΠΑΑΤ ουσιαστικά ερωτήματα για κρίσιμα ζητήματα σχεδιασμού, τα οποία πρέπει να επεξεργαστούμε και να απαντήσουμε σε αρμονία με την πρόταση Κανονισμού για την ΚΑΠ.
Η στήριξη της Ένωσης παρέχεται μεν στο πλαίσιο των ΕΠΕΣ, αλλά υπό ειδικούς κανόνες, ακριβώς λόγω της ιδιαίτερης φύσης της ΚΑΠ. Η αιτιολογική έκθεση της πρότασης Κανονισμού αναφέρεται ρητά στο «κεφάλαιο των ΕΠΕΣ … που αφορά τη γεωργία», ενώ το άρθρο 5 συγκροτεί ένα ενιαίο σύνολο παρεμβάσεων, οι οποίες εξειδικεύονται στα επόμενα άρθρα ως προς τους στόχους και την εφαρμογή τους. Συνεπώς, η συνεπέστερη επιλογή είναι η διαμόρφωση ενός διακριτού και συνεκτικού γεωργικού κεφαλαίου στο ΕΠΕΣ, το οποίο θα περιλαμβάνει τόσο τις παρεμβάσεις εισοδηματικής στήριξης όσο και τις λοιπές παρεμβάσεις μετασχηματισμού και ανάπτυξης της ΚΑΠ, όπως το LEADER, το AKIS, οι γεωργικές συμβουλευτικές υπηρεσίες και τα λοιπά σχήματα οργάνωσης και συνεργασίας του αγροτικού τομέα που προβλέπονται στο ευρύτερο κανονιστικό της πλαίσιο. Η επιλογή αυτή υπηρετεί την πολιτική ορατότητα, τη διακριτή φυσιογνωμία και την προγραμματική λογική της ΚΑΠ μέσα στο νέο ενιαίο πλαίσιο. Γι’ αυτό οι πόροι για τις λοιπές παρεμβάσεις πρέπει να προσδιοριστούν έγκαιρα, ώστε να μην αποδυναμωθεί το αναπτυξιακό σκέλος της.
Υπάρχουν, όμως, κρίσιμες παρεμβάσεις για τον αγροδιατροφικό τομέα που δεν καλύπτονται επαρκώς από τον βασικό κορμό της ΚΑΠ, όπως η μεταποίηση γεωργικών προϊόντων, τα αρδευτικά και εγγειοβελτιωτικά έργα και η αγροτική οδοποιία. Οι παρεμβάσεις αυτές δεν μπορούν να μείνουν εκτός εθνικού σχεδιασμού, αφού συνδέονται άμεσα με τις προκλήσεις που αναδεικνύει η νέα ΚΑΠ. Πρέπει, συνεπώς, να ενταχθούν στο ΕΠΕΣ ως αναγκαίο συμπληρωματικό σκέλος του αγροδιατροφικού σχεδιασμού, με έγκαιρη και δεσμευτική απόφαση ως προς τη χρηματοδότησή τους, είτε από εθνικούς πόρους είτε από άλλα κεφάλαια του ΕΠΕΣ είτε από συνδυασμό των δύο.
Αναφορικά με τα συνεχιζόμενα έργα, και ιδίως τα μεγάλα αρδευτικά, η χώρα δεν μπορεί να εισέρχεται στον σχεδιασμό της νέας περιόδου χωρίς μια έγκυρη εικόνα για το βάρος που θα μεταφέρουν σε αυτήν. Είναι, συνεπώς, αναγκαία η εκ των προτέρων αποτύπωση του διαθέσιμου δημοσιονομικού χώρου για τα έργα αυτά, ώστε να αξιολογούνται και να εντάσσονται με βάση τις πραγματικές δυνατότητες χρηματοδότησής τους. Από την άλλη πλευρά, το ίδιο το ΥΠΑΑΤ οφείλει να προχωρήσει εγκαίρως σε αναθεωρήσεις του τρέχοντος προγράμματος με κριτήριο τον απόλυτο έλεγχο των έργων τόσο ως προς τον αριθμό όσο και ως προς το συνολικό δημοσιονομικό τους βάρος και τις πραγματικές δυνατότητες υλοποίησης και ολοκλήρωσής τους. Οι δύο αυτές προϋποθέσεις είναι αλληλένδετες και πρέπει να υπηρετούνται παράλληλα.
Το πιο ευαίσθητο ζήτημα είναι η απρόσκοπτη συνέχεια ήδη από το 2028 των παρεμβάσεων εισοδηματικής στήριξης, και, όπου απαιτείται, των συναφών τομεακών παρεμβάσεων, σε περίπτωση καθυστέρησης στην έγκριση του νέου πλαισίου. Δεν μπορεί να υπάρξει ούτε κενό πληρωμών ούτε αβεβαιότητα για τους παραγωγούς στο πρώτο έτος της νέας περιόδου. Η ίδια η πρόταση Κανονισμού αναγνωρίζει ότι η εισοδηματική στήριξη πρέπει να παραμείνει σταθερή και προβλέψιμη λόγω της ζωτικής σημασίας της για τον βιοπορισμό των γεωργών. Για τον λόγο αυτό, απαιτείται μια νομικά ασφαλής λύση, είτε μέσω της έγκαιρης έγκρισης του γεωργικού κεφαλαίου του ΕΠΕΣ είτε μέσω μεταβατικής ρύθμισης.
Αναφορικά με την κατάρτιση του γεωργικού κεφαλαίου του ΕΠΕΣ και δεδομένου ότι η ΚΑΠ είναι μια εξειδικευμένη τομεακή πολιτική, με αυτοτελές και ισχυρό έρεισμα στο ενωσιακό δίκαιο και ειδικούς κανόνες για το σύνολο των παρεμβάσεών της, η σχετική ευθύνη ανήκει στο ΥΠΑΑΤ, το οποίο βρίσκεται και σε άμεση επαφή με τη Γενική Διεύθυνση AGRI της Επιτροπής. Επειδή, όμως, η ΚΑΠ εντάσσεται στο ΕΠΕΣ, αλληλεπιδρά με άλλες πολιτικές και υπόκειται σε κοινούς δημοσιονομικούς περιορισμούς, απαιτείται κεντρικός συντονισμός για τη διασύνδεσή της με το υπόλοιπο ΕΠΕΣ και τη διασφάλιση της συνολικής δημοσιονομικής ισορροπίας. Αντίστοιχα, ενδείκνυται ένα σχήμα τεχνικής υποστήριξης που να συνδυάζει κεντρικό συντονισμό με τομεακή εξειδίκευση.
Αναφορικά με τη στρατηγική ανανέωσης των γενεών, η πρόταση Κανονισμού είναι σαφής: κάθε κράτος-μέλος οφείλει να ενσωματώσει στο σχέδιό του ειδική στρατηγική, βασισμένη στη δημογραφική κατάσταση, στους φραγμούς εισόδου για τους νέους γεωργούς, στη χρήση ενός ολοκληρωμένου πακέτου στήριξης για τους γεωργούς νεαρής ηλικίας, της λεγόμενης «δέσμης εκκίνησης», και στις συνέργειες με τα λοιπά μέτρα του σχεδίου. Σύμφωνα με το άρθρο 16, η ανανέωση των γενεών είναι οργανικό στοιχείο του ίδιου του σχεδίου της ΚΑΠ, καθώς συνδέεται με την εγκατάσταση, την εισοδηματική στήριξη, τις επενδύσεις, την καινοτομία, τη συνεργασία και τη διαδοχή από τη μια γενιά στην άλλη. Γι’ αυτό η ευθύνη πρέπει να παραμείνει στο ΥΠΑΑΤ.
Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της Γαλλίας, όπου η ανανέωση των γενεών αντιμετωπίζεται ως μια οργανωμένη διαδικασία επαγγελματικής ένταξης και παραγωγικής συνέχειας. Συγκεκριμένα, ο επαγγελματίας αγρότης δεν ορίζεται απλώς από την κατοχή ή την καλλιέργεια γης, αλλά από το αν διαθέτει τα αναγκαία επαγγελματικά προσόντα και ένα εξατομικευμένο σχέδιο προετοιμασίας, αν η εγκατάστασή του είναι οικονομικά βιώσιμη και αν την υλοποιεί για πρώτη φορά ως επικεφαλής γεωργικής εκμετάλλευσης, ενώ εντάσσεται πλήρως στο αγροτικό κοινωνικοασφαλιστικό καθεστώς.
Ένα κρίσιμο θέμα που αναδεικνύει το άρθρο 2 είναι οι ειδικές ανά χώρα συστάσεις για την ΚΑΠ, τις οποίες η Επιτροπή θα εκδώσει πριν από την υποβολή των ΕΠΕΣ για να καθοδηγήσει κάθε κράτος-μέλος ως προς την υλοποίηση των ειδικών στόχων. Οι συστάσεις αυτές βασίζονται σε ανάλυση της κατάστασης του γεωργικού τομέα και των αγροτικών περιοχών, με βάση δημογραφικά, διαρθρωτικά και εδαφικά δεδομένα, και προσδιορίζουν τις βασικές προκλήσεις που πρέπει να αντιμετωπιστούν στο οικείο σχέδιο. Αυτό σημαίνει ότι η νέα ΚΑΠ αφήνει μεν στα κράτη-μέλη περιθώριο προσαρμογής, αλλά τους ζητά να το ασκήσουν μέσα σε ένα πολύ πιο τεκμηριωμένο και στρατηγικά συνεκτικό πλαίσιο σχεδιασμού. Για να ανταποκριθούν ουσιαστικά στις συστάσεις, τα κράτη-μέλη πρέπει να έχουν ήδη διαμορφώσει τη βάση του σχεδιασμού τους, με ανάλυση δεδομένων, αποτύπωση αναγκών, ιεράρχηση προτεραιοτήτων, βασική δομή παρεμβάσεων και εναλλακτικά σενάρια. Με άλλα λόγια, ο σχεδιασμός δεν μπορεί να αναμένει παθητικά τις συστάσεις, αλλά ούτε και να οριστικοποιηθεί χωρίς αυτές.
Παρεμβάσεις που μπορούν να χρηματοδοτηθούν από πόρους της Συνοχής, αλλά υπηρετούν στόχους συναφείς με την ΚΑΠ, θα πρέπει να εξετάζονται στο πλαίσιο των εναλλακτικών σεναρίων, έχοντας πλήρη επίγνωση της διάκρισης και της οριοθέτησης μεταξύ των δύο αυτών πολιτικών, οι οποίες πλέον συνυπάρχουν κάτω από την ίδια δημοσιονομική στέγη, ιδίως σε πεδία όπως το περιβάλλον, το κλίμα, η διαχείριση κινδύνων και η καινοτομία.
Κυρίες και κύριοι,
Το χρονοδιάγραμμα της διαπραγμάτευσης είναι ήδη ασφυκτικό. Γι’ αυτό η εθνική προετοιμασία δεν μπορεί να μετατεθεί. Πρέπει να ξεκινήσει τώρα.
Η επιτυχία θα κριθεί από την ικανότητά μας να καταρτίσουμε ένα πειστικό εθνικό σχέδιο για τον αγροτικό χώρο της επόμενης δεκαετίας, το οποίο θα συνδέει τους πόρους με τις πραγματικές ανάγκες και τις μεταρρυθμίσεις με εφαρμόσιμες παρεμβάσεις, αξιοποιώντας το σύνολο των δυνατοτήτων που παρέχει ο νέος ευρωπαϊκός προϋπολογισμός και όχι μόνο το πρώτο του Κεφάλαιο. Πιστεύω ότι το υπόδειγμα Κειμένου Πολιτικής, το οποίο είχαμε διαβιβάσει στα μέλη της Διυπουργικής Επιτροπής στα τέλη Ιανουαρίου, μπορεί να συμβάλει ουσιαστικά στην αποτύπωση των κύριων στρατηγικών επιλογών, στην ανάδειξη των βασικών αναγκών, στη χαρτογράφηση των συνεργειών και των διασυνδέσεων με άλλες τομεακές πολιτικές, στην καταγραφή των προκλήσεων και των ευκαιριών και, τελικά, στην οριοθέτηση των προτεραιοτήτων.
Εκείνο που απαιτείται για να είναι έγκαιρη και έγκυρη η προετοιμασία είναι σαφής πολιτική καθοδήγηση, αξιόπιστα δεδομένα, τεχνική υποστήριξη και στενή συνεργασία του ΥΠΕΘΟΟ, του ΥΠΑΑΤ, των λοιπών συναρμόδιων υπουργείων, των Περιφερειών, των παραγωγικών φορέων και της επιστημονικής κοινότητας.
Εντέλει, η συζήτηση για το νέο ΠΔΠ και τη νέα ΚΑΠ αφορά την Ευρώπη που θέλουμε: μια Ευρώπη ισχυρότερη, πιο αυτόνομη και πιο ικανή να δρα μέσα σε ένα ασταθές διεθνές περιβάλλον, χωρίς να αφήνει πίσω τις περιφέρειές της, τους παραγωγούς της και την κοινωνική της βάση. Πρωτίστως, όμως, αφορά τη δική μας ευθύνη να μετατρέψουμε τη νέα περίοδο σε πραγματική ευκαιρία όχι μόνο για την ελληνική ύπαιθρο, αλλά και για τη συνολική αναπτυξιακή προοπτική της χώρας.
Σας ευχαριστώ