Οι εξελίξεις στο Ιράν και ευρύτερα στη Μέση Ανατολή, σε συνδυασμό με τον πόλεμο στην Ουκρανία, που έχει ήδη εισέλθει στο πέμπτο έτος του, ήδη επηρεάζουν τη διαπραγμάτευση για νέο ΠΔΠ.
Όπως είχαμε επισημάνει στην πρώτη μας συνάντηση, τον Δεκέμβριο, απαιτούνται τεκμηριωμένες θέσεις και καμία απολύτως καθυστέρηση ως προς την εθνική προετοιμασία.
Ο φάκελος που αποστείλαμε περιλάμβανε τέσσερα έγγραφα.
Το πρώτο ήταν ένα έγγραφο κατανόησης της πρότασης της Επιτροπής, των επιμέρους Κεφαλαίων, των βασικών αλλαγών σε σχέση με την τρέχουσα περίοδο, των κύριων κανονιστικών προβλέψεων, των συνεπειών για τη χώρα μας και των κρίσιμων παραμέτρων της διαπραγμάτευσης. Με δυο λόγια, το νέο ΠΔΠ συνιστά μια βαθιά αλλαγή φιλοσοφίας, αρχιτεκτονικής και τρόπου υλοποίησης των ευρωπαϊκών πολιτικών. Η Επιτροπή επιδιώκει να το μετασχηματίσει από ένα αναδιανεμητικό και κατακερματισμένο εργαλείο σε πιο απλό, ευέλικτο και στρατηγικό, προσανατολισμένο σε μετρήσιμα αποτελέσματα και σε νέες προτεραιότητες – ανταγωνιστικότητα, άμυνα, ανθεκτικότητα, ετοιμότητα. Στο πλαίσιο αυτό, οι επτά τομείς πολιτικής της τρέχουσας περιόδου περιορίζονται σε τέσσερις, θεσπίζονται ταμεία-ομπρέλα με ενιαίους κανόνες, ενοποιούνται πολυάριθμα ταμεία και προγράμματα, ενώ τα περίπου 540 επιμέρους προγράμματα υποκαθίστανται, στην ουσία, από 27 Εθνικά και Περιφερειακά Σχέδια Εταιρικής Σχέσης, ένα ανά κράτος-μέλος. Για την Ελλάδα, αυτό σημαίνει ότι η συζήτηση δεν αφορά μόνο το ύψος του εθνικού φακέλου, αλλά μια συνολική αναδιάταξη των όρων πρόσβασης, διαχείρισης και αξιοποίησης των πόρων.
Το δεύτερο έγγραφο ήταν ένα πρότυπο Κειμένου Πολιτικής, ώστε τα Υπουργεία να αποτυπώσουν με ενιαίο τρόπο, τις προτεραιότητες, τις ανάγκες, τους στρατηγικούς άξονες, τις ενδεικτικές μεταρρυθμίσεις και επενδύσεις, καθώς και τις συνέργειες με άλλες πολιτικές.
Το τρίτο έγγραφο ήταν ένας πίνακας αντιστοίχισης της συμμετοχής κάθε Υπουργείου στα Κεφάλαια του νέου ΠΔΠ.
Το τέταρτο έγγραφο ήταν ένα σχέδιο για τη συγκρότηση Ομάδων Εργασίας ανά Υπουργείο.
Είναι χρήσιμο να έχουμε όλοι μια καθαρή εικόνα για το σχήμα της Διυπουργικής. Σήμερα καλύπτονται 22 υπουργικές και κυβερνητικές ενότητες, οι οποίες, λόγω συναρμοδιοτήτων, αντιστοιχούν σε 26 αρμόδιες πολιτικές ηγεσίες. Ως προς τους εκπροσώπους και τους αναπληρωτές, η εικόνα δεν είναι απολύτως ομοιόμορφη, καθώς σε ορισμένες περιπτώσεις έχουν ορισθεί περισσότεροι του ενός εκπρόσωποι ή δεν έχει ακόμη ορισθεί ο αναπληρωτής. Πάντως, μιλάμε για 80 περίπου άτομα, στοιχείο αυτό, από μόνο του, δείχνει το εύρος της προετοιμασίας που απαιτεί η διαπραγμάτευση. Ως προς την πρόοδο, η εικόνα είναι μικτή. Για τις Ομάδες Εργασίας, στις περισσότερες περιπτώσεις η διαδικασία είτε έχει ολοκληρωθεί είτε βρίσκεται σε εξέλιξη, ενώ υπάρχει και ειδική περίπτωση, όπως το Υπουργείο Εξωτερικών, που δεν εμπλέκεται στον Πυλώνα Ι και έχει συντονιστικό ρόλο. Αντίστοιχα, ως προς τα Κείμενα Πολιτικής, υπάρχουν Υπουργεία στα οποία η επεξεργασία έχει προχωρήσει, άλλα στα οποία δεν έχει ακόμη ξεκινήσει, αλλά και αρκετές περιπτώσεις όπου η εικόνα δεν είναι ακόμη πλήρης. Συνολικά, όμως, μπορούμε να πούμε ότι ο μηχανισμός έχει ήδη τεθεί σε κίνηση.
Ο φάκελος που αποστείλαμε ενόψει της σημερινής συνεδρίασης περιλαμβάνει τέσσερα έγγραφα.
Το πρώτο είναι ένα νέο έγγραφο εργασίας-Βίβλος, στο οποίο αποτυπώνονται οι εθνικές θέσεις, με αφετηρία τη βασική παραδοχή ότι οι νέες προτεραιότητες ανταποκρίνονται πράγματι σε υπαρκτές ανάγκες αλλά δεν πρέπει να χρηματοδοτηθούν εις βάρος των παραδοσιακών πολιτικών σύγκλισης. Και ακόμη ότι η ανταγωνιστικότητα και η σύγκλιση είναι συμπληρωματικές πολιτικές: η πρώτη ενισχύει την πλευρά της προσφοράς στην οικονομία, ενώ η δεύτερη διασφαλίζει τους όρους επαρκούς εσωτερικής ζήτησης και εδαφικής ισορροπίας. Στο πλαίσιο αυτό, τα κύρια ελληνικά αιτήματα είναι η ουσιαστική αύξηση του συνολικού μεγέθους του ΠΔΠ πέραν του 1,26% του ΑΕΕ, η ενίσχυση του Κεφαλαίου 1 και ιδίως του σκέλους της επιμερισμένης διαχείρισης, η προστασία της πραγματικής αξίας των πόρων, η παροχή σαφέστερων εγγυήσεων για τη συνοχή και την ΚΓΠ, η ενεργοποίηση των ειδικών μέσων πάνω από τα ανώτατα όρια, ο περιορισμός της υπερβολικής ευελιξίας του 25% στις εθνικές κατανομές, η ισχυρότερη κάλυψη των αναγκών που απορρέουν από τη γεωπολιτική θέση της χώρας και η ειδική μέριμνα ώστε οι νέες προτεραιότητες να χρηματοδοτούνται ισόρροπα στο σύνολο της Ένωσης.
Το δεύτερο έγγραφο περιλαμβάνει τις ελληνικές απαντήσεις στο ερωτηματολόγιο της κυπριακής Προεδρίας επί των βασικών κεφαλαίων της διαπραγμάτευσης. Ως προς το συνολικό μέγεθος του ΠΔΠ, επισημαίνουμε τα εξής ότι το προτεινόμενο 1,26% του ΑΕΕ δημιουργεί φαινομενικά πρόσθετο δημοσιονομικό χώρο, καθώς περίπου 0,11% του ΑΕΕ αφορά ήδη την αποπληρωμή του NGEU, δηλαδή η πραγματική αύξηση σε σχέση με το ισχύον ΠΔΠ είναι οριακή. Γι’ αυτό ζητούμε, αφενός, τη διακριτή αποτύπωση του κόστους εξυπηρέτησης του NGEU και, αφετέρου, την ουσιαστική ενίσχυση του συνολικού μεγέθους του ΠΔΠ. Ως προς την κατανομή των πόρων, υπογραμμίζουμε ότι το Κεφάλαιο 1 πρέπει να ενισχυθεί, ώστε οι νέες προτεραιότητες να μην χρηματοδοτούνται σε βάρος της σύγκλισης. Στηρίζουμε τη στρατηγική κατεύθυνση του Κεφαλαίου 2, υπό την προϋπόθεση ότι θα διασφαλίζονται γεωγραφική ισορροπία, πρόσβαση των ΜμΕ, απλούστευση των διαδικασιών, ουσιαστική συμμετοχή των κρατών-μελών στη διακυβέρνηση και αποφυγή υπερ-συγκέντρωσης των πόρων στα ήδη ισχυρά οικοσυστήματα. Για το Κεφάλαιο 3, αναδεικνύουμε τη γεωπολιτική σημασία των Δυτικών Βαλκανίων, της Νότιας Γειτονίας, της Ανατολικής Μεσογείου και της Βόρειας Αφρικής, καθώς και την ανάγκη συνδυασμού προβλεψιμότητας και ευελιξίας στην εξωτερική δράση. Τέλος, για το Κεφάλαιο 4, ζητούμε εξορθολογισμό των διοικητικών δαπανών, με εξαίρεση ειδικές περιπτώσεις όπου υφίσταται σαφής επιχειρησιακή ανάγκη, όπως η Frontex και η Europol.
Το τρίτο έγγραφο είναι ένα κείμενο εργασίας για το νέο Πλαίσιο Επίδοσης, δηλαδή μία αλλαγή που αλλάζει εκ βάθρων τη λογική της τεκμηρίωσης, της παρακολούθησης, των πληρωμών και της λογοδοσίας. Το σημερινό σύστημα παρακολούθησης, με χιλιάδες ετερογενείς δείκτες, αντικαθίσταται από ένα ενοποιημένο, με κοινά πεδία παρέμβασης, εκροές και αποτελέσματα, ώστε να ενισχυθούν η συγκρισιμότητα, η διαφάνεια και η σύνδεση των δαπανών με τις οριζόντιες προτεραιότητες της Ένωσης για το κλίμα, το περιβάλλον, τα κοινωνικά ζητήματα και την ισότητα των φύλων. Παράλληλα, οι πληρωμές της Ένωσης δεν θα βασίζονται πλέον στις επιλέξιμες δαπάνες, αλλά στην επίτευξη οροσήμων και στόχων, με εκ των προτέρων συμφωνημένο το ποσό που θα καταβάλλει η Επιτροπή όταν αποδεικνύεται η επίτευξη συγκεκριμένου οροσήμου ή στόχου.
Η μετάβαση αυτή συνεπάγεται εκ των προτέρων προσδιορισμό του κόστους, σύνδεση κάθε οροσήμου και στόχου με συγκεκριμένη πληρωμή και αποσύνδεση των ενωσιακών πληρωμών από τις δαπάνες που πραγματοποιούν οι δικαιούχοι για τις ενταγμένες πράξεις. Επιπλέον, τα ορόσημα και οι στόχοι μπορεί να αφορούν όχι μόνο έργα και παρεμβάσεις, αλλά και μεταρρυθμίσεις που απορρέουν από το Ευρωπαϊκό Εξάμηνο, συμπεριλαμβανομένων των Ειδικών ανά Χώρα Συστάσεων. Το ζήτημα δεν είναι αν κάθε μεταρρύθμιση θα συνοδεύεται αναγκαστικά από συναφείς επενδύσεις ή το αντίστροφο, αλλά αν το συνολικό περιεχόμενο του Σχεδίου απαντά με πειστικό τρόπο στις ανάγκες και στις προτεραιότητες που τίθενται σε ευρωπαϊκό και εθνικό επίπεδο. Με άλλα λόγια, το Εξάμηνο αποκτά πολύ ουσιαστικό ρόλο στη διαμόρφωση των ίδιων των Σχεδίων.
Η Επιτροπή πρέπει να αναπτύξει μεθοδολογία τόσο για τον προσδιορισμό των ποσών πληρωμής όσο και για τη σύνδεσή τους με τα ορόσημα και τους στόχους, ενώ την ευθύνη αξιολόγησης της επίτευξής τους θα έχουν τα κράτη-μέλη. Η μεγάλη δυσκολία του νέου μοντέλου δεν βρίσκεται μόνο στην αποτίμηση του κόστους, αλλά κυρίως στη σύνδεση των ποσών προς πληρωμή με ένα πλέγμα οροσήμων και στόχων που συχνά θα καλύπτει μεγάλη ποικιλία έργων ενταγμένων στο ίδιο μέτρο. Επομένως, οι φορείς προγραμματισμού και διαχείρισης θα πρέπει να συνδέσουν με λειτουργικό και αξιόπιστο τρόπο την κοστολόγηση, την επίδοση και την πραγματική πρόοδο υλοποίησης. Από το πώς θα ρυθμιστούν τα ζητήματα αυτά στη διαπραγμάτευση θα κριθεί τελικά αν το νέο πλαίσιο θα οδηγήσει ή όχι σε ένα βαρύ και δύσκαμπτο σύστημα εφαρμογής.
Η ουσία είναι ότι η εξάρτηση της χρηματοδότησης τοπικών δημόσιων αγαθών από ευρύτερα ή μη άμεσα συνδεδεμένα μέτρα εθνικής πολιτικής, δηλαδή εθνικά ορόσημα, εγείρει μείζονα πολιτικά και θεσμικά ζητήματα καθώς μπορεί να οδηγήσει σε διατάραξη επωφελών τοπικών έργων. Επιπλέον, πολλές από τις προκλήσεις που εντάσσονται στο πλαίσιο αυτό διαμορφώνονται πρωτίστως από την Επιτροπή, δηλαδή τίθεται και ζήτημα επικουρικότητας, εφόσον η σύνδεση της χρηματοδότησης της Ένωσης με μεταρρυθμίσεις σε πεδία εθνικής αρμοδιότητας μπορεί να οδηγήσει σε υπέρμετρη διεύρυνση του πεδίου επιρροής της Επιτροπής. Επίσης, το σχέδιο κανονισμού προβλέπει έναν μετριασμό του κινδύνου για τους τελικούς δικαιούχους, αφού ορίζει ότι οι εθνικοί προϋπολογισμοί πρέπει να συνεχίσουν να καταβάλλουν πληρωμές ακόμη και στην περίπτωση αναστολής της χρηματοδότησης από την Ένωση.
Το τέταρτο έγγραφο είναι ένας πίνακας εθνικών στρατηγικών ανά ειδικό στόχο. Τα ΕΠΕΣ θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη ένα ευρύ φάσμα ευρωπαϊκών στρατηγικών και πολιτικών και ταυτόχρονα να είναι συνεπή με βασικά εθνικά στρατηγικά κείμενα, όπως τα μεσοπρόθεσμα δημοσιονομικά σχέδια και επιμέρους στρατηγικές, όπως η Βίβλος Ψηφιακού Μετασχηματισμού, η Εθνική Στρατηγική Έξυπνης Εξειδίκευσης, τα Εδαφικά Σχέδια Δίκαιης Μετάβασης, το Εθνικό Στρατηγικό Σχέδιο Μεταφορών, καθώς και τα στρατηγικά σχέδια για τη βιομηχανία, την ενέργεια και το κλίμα, την κυκλική οικονομία, το νερό, τη βιοποικιλότητα, τη στέγαση, την υγεία και άλλους τομείς.
Σκοπός του εγγράφου είναι να λειτουργήσει ως πρώτο εργαλείο αντιστοίχισης μεταξύ των γενικών και ειδικών στόχων του νέου Ενιαίου Ταμείου και των υφιστάμενων εθνικών στρατηγικών. Με άλλα λόγια, βοηθά κάθε Υπουργείο να εξετάσει αν τα στρατηγικά του κείμενα είναι επαρκή, επίκαιρα και συμβατά με τη νέα λογική του ΠΔΠ και του ΕΠΕΣ. Τα Υπουργεία θα πρέπει, επομένως, να επικαιροποιήσουν αυτή τη χαρτογράφηση και να αξιολογήσουν αν οι υφιστάμενες εθνικές στρατηγικές ανταποκρίνονται πράγματι στις νέες απαιτήσεις. Σημειώνω, τέλος, ότι η Επιτροπή έχει δεσμευθεί να παρουσιάσει κατάλογο των υποχρεωτικών στρατηγικών εγγράφων που θα πρέπει να ληφθούν υπόψη στα ΕΠΕΣ.
Η παρούσα φάση της διαπραγμάτευσης
Η διαπραγμάτευση έχει πλέον περάσει σε φάση εντατικής τεχνικής και πολιτικής επεξεργασίας, χωρίς όμως να έχουν ακόμη ωριμάσει τα κρίσιμα ζητήματα, όπως ο Κανονισμός του ΠΔΠ, ο Κανονισμός για το πλαίσιο επιδόσεων, αλλά και το Διαπραγματευτικό Πλαίσιο, το Negotiating Box.
Αν έπρεπε να συνοψίσω τη σημερινή εικόνα, θα έλεγα τρία πράγματα.
Πρώτον, η διαπραγμάτευση έχει μπει πλέον σε σταθερή τροχιά. Η δανική Προεδρία έφερε στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Δεκεμβρίου το πρώτο ολοκληρωμένο Negotiating Box, το οποίο καλύπτει όλα τα Κεφάλαια δαπανών και το σκέλος των εσόδων, χωρίς ακόμη αριθμητικά μεγέθη. Εκεί επιβεβαιώθηκε ως πολιτικός στόχος η επίτευξη συμφωνίας έως το τέλος του 2026 και η ολοκλήρωση των σχετικών νομοθετικών πράξεων εντός του 2027. Παράλληλα, η κυπριακή Προεδρία επιχειρεί να ωριμάσει περαιτέρω το συνολικό πλαίσιο και να παρουσιάσει στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Ιουνίου μια αναθεωρημένη εκδοχή του Negotiating Box με ενδεικτικά αριθμητικά μεγέθη, ώστε η συζήτηση να αρχίσει να μετακινείται σταδιακά από την αρχιτεκτονική προς τις ουσιαστικές πολιτικές διαπραγματεύσεις. Ήδη, άλλωστε, έχουν ξεκινήσει οι συζητήσεις για τα ίδια τα μεγέθη, τόσο στο σκέλος των δαπανών όσο και στο σκέλος των εσόδων, ενώ, με αφορμή τα rebates, δηλαδή τις διορθωτικές επιστροφές, επανήλθε πολύ νωρίς μια λογική καθαρών εθνικών ισοζυγίων.
Δεύτερον, παρά τις σημαντικές επιφυλάξεις που υπάρχουν, η γενική κατεύθυνση εκσυγχρονισμού και η νέα αρχιτεκτονική του ΠΔΠ γίνονται, σε γενικές γραμμές, αποδεκτές ως βάση της διαπραγμάτευσης. Δεν φαίνεται δηλαδή να διαμορφώνεται δυναμική συνολικής ανατροπής της πρότασης της Επιτροπής. Η συζήτηση κινείται περισσότερο προς την αναδιαμόρφωση των όρων, των ισορροπιών και των ασφαλιστικών δικλείδων της νέας πρότασης.
Τρίτον, το πιο δύσκολο και πολιτικά πιο ευαίσθητο πεδίο παραμένει το Κεφάλαιο 1, δηλαδή τα ΕΠΕΣ. Εκεί συμπυκνώνονται σχεδόν όλες οι βασικές εντάσεις της διαπραγμάτευσης: η σχέση Συνοχής και ΚΑΠ μέσα στο ίδιο σχήμα, ο βαθμός ευελιξίας μεταξύ των πολιτικών, ο ρόλος των περιφερειών, η συγχρηματοδότηση, οι κανόνες αποδέσμευσης, η σχέση με τις ειδικές ανά χώρα συστάσεις και το Ευρωπαϊκό Εξάμηνο, αλλά και η συνολική ισορροπία μεταξύ Επιτροπής και κρατών-μελών.
Η κυπριακή Προεδρία πιέζει για μερική γενική προσέγγιση στα πιο ώριμα τμήματα του Κανονισμού για τα ΕΠΕΣ έως το Συμβούλιο Γενικών Υποθέσεων της 16ης Ιουνίου 2026 και, για τον λόγο αυτό, έχει εντείνει σημαντικά τις εργασίες και τα συμβιβαστικά κείμενα. Παρ’ όλα αυτά, παρά τις πολυάριθμες συνεδριάσεις και τη σημαντική τεχνική προεργασία που έχει προηγηθεί, δεν έχει ακόμη αποσαφηνιστεί πειστικά πώς θα λειτουργήσει στην πράξη το μοντέλο. Η νέα δομή ενσωματώνει σε ένα ενιαίο πλαίσιο μακροπρόθεσμες πολιτικές που μέχρι σήμερα ακολουθούσαν σε σημαντικό βαθμό διακριτές λογικές προγραμματισμού και υλοποίησης. Αυτό δυνητικά μειώνει τις επικαλύψεις, ενισχύει τον συντονισμό και τις συνέργειες και δίνει στα κράτη-μέλη μεγαλύτερη ευελιξία σχεδιασμού. Ταυτόχρονα, όμως, αλλάζει ριζικά και τη λογική της ίδιας της διαπραγμάτευσης και της εφαρμογής, αφού κάθε κράτος-μέλος δεν θα διαπραγματεύεται πλέον χωριστά σχέδια και προγράμματα, αλλά ένα ενιαίο κείμενο, που θα αποτελεί ταυτόχρονα τη βάση του προγραμματισμού και των εκταμιεύσεων.
Για τον λόγο αυτό παραμένουν ανοικτά βασικά ζητήματα, όπως το εύρος των ειδικών στόχων, ο ρόλος των επιτροπών παρακολούθησης και των περιφερειών, η δυνατότητα μερικής έγκρισης των Σχεδίων και, κυρίως, το σύστημα διαχείρισης, ελέγχου και υλοποίησης, όπου αρκετά κράτη-μέλη εκφράζουν ανησυχία για μια δυσλειτουργική σχέση ανάμεσα στον έλεγχο της επίδοσης και στον έλεγχο της συμμόρφωσης. Στο πλαίσιο αυτό, προχωρεί ήδη και η μεταφορά σειράς άρθρων από τον ενιαίο Κανονισμό στους θεματικούς Κανονισμούς, ιδίως στην ΚΓΠ. Με άλλα λόγια, παρά την πρόοδο σε τεχνικό επίπεδο, το Κεφάλαιο 1 δεν έχει ακόμη ωριμάσει ουσιαστικά. Παράλληλα, η Επιτροπή έχει ήδη ξεκινήσει διμερείς επαφές με τα κράτη-μέλη, ενώ ενισχύεται και ο συντονισμός των «Φίλων της Συνοχής», με στόχο να διαφυλαχθούν ο εδαφικός χαρακτήρας της πολιτικής συνοχής, ο ρόλος των περιφερειών και η ισορροπία μεταξύ Επιτροπής και κρατών-μελών. Την ίδια στιγμή, και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο εμφανίζεται επιφυλακτικό απέναντι στην αρχιτεκτονική των ΕΠΕΣ, υποστηρίζοντας τη διατήρηση διακριτών προγραμμάτων και σαφών χρηματοδοτικών φακέλων για βασικές πολιτικές, ιδίως για τη Συνοχή. Στο ίδιο πνεύμα, πολλές χώρες, ιδίως από την ομάδα των Φίλων της Συνοχής, θέτουν ήδη ζήτημα ισχυρότερης κατοχύρωσης των στόχων της σύγκλισης στα κανονιστικά κείμενα. Στους τομεακούς κανονισμούς της Πολιτικής Συνοχής υπάρχει κάποια πρόοδος μόνο στο σκέλος του Interreg, όπου η Προεδρία επιδιώκει μερική γενική προσέγγιση πριν από τη λήξη της θητείας της. Αντίθετα, στο ΕΚΤ+ δεν έχει ακόμη παρουσιαστεί συμβιβαστική πρόταση. Αυτό σημαίνει ότι ένα μέρος της διαπραγμάτευσης μετατίθεται προς την ιρλανδική Προεδρία.
Σε ό,τι αφορά τη δική μας θέση στο Κεφάλαιο 1, πέρα από τη βασική επιδίωξη προστασίας της συνοχής, δίνουμε ιδιαίτερη έμφαση στη διακριτή ορατότητα κρίσιμων πολιτικών, όπως η μετανάστευση, στη βελτίωση των όρων συγχρηματοδότησης και προχρηματοδότησης, στη μεταβολή του κανόνα Ν+1 σε πιο ρεαλιστική βάση, στον περιορισμό του υπερβολικού περιθωρίου ευελιξίας του 25%, στο ότι οι κρίσεις να καλύπτονται κατά προτεραιότητα από τα ειδικά ευρωπαϊκά μέσα όπως το Ταμείο Αλληλεγγύης, και όχι σε βάρος των εθνικών φακέλων, στην ανάγκη να ληφθούν επαρκώς υπόψη τόσο τα κράτη-μέλη που βρίσκονται κάτω από το 90% του μέσου όρου της ΕΕ όσο και τα θαλάσσια εξωτερικά σύνορα της Μεσογείου, καθώς και στην επανεξέταση της κλείδας κατανομής των πόρων και του ανώτατου ορίου χρηματοδότησης (capping). Σημαντικός αριθμός κρατών-μελών αμφισβητεί και τον μηχανισμό κλιμάκωσης, ο οποίος προϋποθέτει πρώτα αναθεώρηση των ΕΠΕΣ πριν από την ενεργοποίηση της ευρωπαϊκής στήριξης σε περίπτωση φυσικών καταστροφών ή άλλων κρίσεων. Συνολικά, συντασσόμαστε με τους «Φίλους της Συνοχής», ενώ παράλληλα εργαζόμαστε και με τους MED5, δηλαδή την άτυπη ομάδα των πέντε μεσογειακών κρατών-μελών που βρίσκονται στην πρώτη γραμμή, κυρίως στα θέματα μετανάστευσης, εξωτερικών συνόρων και Μεσογείου – την Ελλάδα, την Κύπρο, την Ιταλία, την Ισπανία και τη Μάλτα – ενώ συνεργαζόμαστε και με την Πορτογαλία για την προώθηση κοινών θέσεων.
Στο Κεφάλαιο 2, δηλαδή στο Ευρωπαϊκό Ταμείο Ανταγωνιστικότητας, η εικόνα είναι σαφώς πιο προχωρημένη. Οι συζητήσεις κινούνται εντατικά και η κυπριακή Προεδρία επιδιώκει μερική συμφωνία και έναρξη τριλόγου τον Ιούνιο του 2026. Έχουν ήδη εκδοθεί διαδοχικά συμβιβαστικά κείμενα τόσο για τα οριζόντια όσο και για τα θεματικά κεφάλαια. Η μεγαλύτερη πρόοδος σε αυτό το Κεφάλαιο οφείλεται και στο γεγονός ότι πρόκειται για νέα προτεραιότητα, άμεσα συνδεδεμένη με την ανταγωνιστικότητα, τη στρατηγική αυτονομία, την άμυνα και την ασφάλεια, η οποία υποστηρίζεται ισχυρά από τους καθαρούς συνεισφορείς.
Για την Ελλάδα έχουν ήδη καταγραφεί δύο σημαντικά αποτελέσματα: η προώθηση της χρηματοδότησης των ΜμΕ και ένας ενισχυμένος ρόλος των κρατών-μελών στη διακυβέρνηση του Ταμείου. Το βασικό ανοικτό μέτωπο είναι πλέον η λεγόμενη διάχυση της αριστείας, δηλαδή το κατά πόσον το Ταμείο θα λειτουργήσει με όρους πραγματικά πανευρωπαϊκής συμμετοχής ή αν θα τείνει να αναπαράγει τις υφιστάμενες ανισορροπίες υπέρ των πιο ώριμων οικοσυστημάτων και των ισχυρότερων βιομηχανικών οικονομιών. Γι’ αυτό η Ελλάδα, μαζί με άλλα κράτη-μέλη, έχει ήδη αναπτύξει συντονισμένη πρωτοβουλία. Εμείς, με άλλα λόγια, στηρίζουμε την αριστεία, αλλά όχι ως όχημα περαιτέρω απόκλισης. Παράλληλα, τόσο στο Κεφάλαιο 2 όσο και συνολικά στο νέο ΠΔΠ, ενισχύεται συνεχώς η γεωπολιτική διάσταση της διαπραγμάτευσης. Οι ανατολικές χώρες ζητούν ειδική πρόνοια για τις επιπτώσεις του πολέμου κατά της Ουκρανίας στις περιοχές που γειτνιάζουν με τα ανατολικά σύνορα της Ένωσης. Η δική μας θέση είναι ότι η ασφάλεια των εξωτερικών συνόρων πρέπει να αντιμετωπίζεται με όρους συνολικής, 360 μοιρών προσέγγισης. Η θέση αυτή δεν αντανακλά μόνο τη γεωπολιτική πραγματικότητα της χώρας, αλλά επηρεάζει και τη μελλοντική αρχιτεκτονική κατανομής των πόρων.
Στο Κεφάλαιο 3, δίνουμε έμφαση στη Μεσόγειο, στη διεύρυνση και ιδίως στα Δυτικά Βαλκάνια, στην προστασία των γεωγραφικών φακέλων, στη μη απορρόφηση της ανθρωπιστικής βοήθειας από άλλες πιέσεις, στη χρηματοδότηση της Ουκρανίας, στην εξωτερική διάσταση της μετανάστευσης, στην ισχυρότερη εμπλοκή του Συμβουλίου και επίσης σε έναν διακεκριμένο ρόλο της ΕΤΕπ.
Τέλος, στο σκέλος των εσόδων η θέση μας δεν μπορεί να αποτιμάται μόνο με βάση το ύψος του εθνικού φακέλου, αλλά και με βάση την καθαρή δημοσιονομική μας θέση. Αναγνωρίζουμε την ανάγκη εξεύρεσης νέων και πιο διαφοροποιημένων ιδίων πόρων, ώστε να καλυφθούν οι νέες χρηματοδοτικές ανάγκες της Ένωσης, ιδίως εκείνες που συνδέονται με το NGEU, χωρίς υπέρμετρη επιβάρυνση των εθνικών συνεισφορών βάσει ΑΕΕ. Ταυτόχρονα, όμως, δεν μπορούμε να αποδεχθούμε πρόωρη παγίωση των rebates υπέρ ισχυρών κρατών-μελών, ούτε ένα σύστημα που θα ενθαρρύνει λογικές juste-retour, δηλαδή το να παίρνει κάθε κράτος από τον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό περίπου όσα βάζει, υπονομεύοντας τη δικαιοσύνη και την αναλογικότητα. Παράλληλα, οφείλουμε να εξετάσουμε προσεκτικά τον αντίκτυπο ορισμένων νέων ιδίων πόρων στην οικονομία και σε τομείς ιδιαίτερης σημασίας για τη χώρα. Θέλουμε το νέο σύστημα να είναι απλό, προβλέψιμο, διαφανές και αναλογικό, ώστε να διασφαλίζεται η σταθερότητα των εσόδων χωρίς αιφνίδιες και δυσανάλογες επιβαρύνσεις σε συγκεκριμένα κράτη-μέλη ή κλάδους.
Θα ήθελα να σταθώ χωριστά στο ζήτημα των ενδεχόμενων περικοπών στο ΠΔΠ. Η ίδια η Επιτροπή, στην παρουσίασή της προς την ΕΜΑ ΙΙ, είπε ότι η ταυτόχρονη κάλυψη όλων των αναγκών είναι εφικτή μόνο αν υπάρξουν νέοι ίδιοι πόροι και προσαρμογές στο ισχύον σύστημα, με εκτιμώμενη απόδοση 65,6 δισ. ευρώ ετησίως σε τρέχουσες τιμές και περιέγραψε σενάρια δημοσιονομικής συρρίκνωσης σε περίπτωση που δεν εξευρεθούν πρόσθετοι πόροι. Στο πρώτο σενάριο, με σταθερές συνεισφορές και χωρίς νέους ίδιους πόρους, το μέγεθος του ΠΔΠ μειώνεται κατά 664 δισ. ευρώ. Με την παραδοχή ότι δεν θα υπάρξουν περικοπές στους πόρους επιμερισμένης διαχείρισης, η προσαρμογή μεταφέρεται σχεδόν εξ ολοκλήρου στα λοιπά σκέλη του προϋπολογισμού που θα υποστούν περικοπές της τάξης του 77%. Στο δεύτερο θεωρητικό σενάριο, όπου το ΠΔΠ περιορίζεται στο 1% του ΑΕΕ, η συνολική περικοπή ανέρχεται σε 400 δισ. Στην περίπτωση αυτή τα ίδια προγράμματα θα έπρεπε να μειωθούν κατά 46% περίπου. Η συζήτηση αυτή μεταφέρθηκε ευθέως και στην ΕΜΑ ΙΙ της 1ης Απριλίου. Από την ανταλλαγή απόψεων προέκυψε η βασική διαχωριστική γραμμή μεταξύ των κρατών-μελών: οι “Φίλοι της Συνοχής” απέκλεισαν περικοπές στην ΚΑΠ και στην Πολιτική Συνοχής και, σε μεγάλο βαθμό, εμφανίστηκαν διατεθειμένοι να εξετάσουν αύξηση των συνεισφορών τους βάσει ΑΕΕ· αντιθέτως, τα λεγόμενα “φειδωλά” κράτη-μέλη πίεσαν προς οριζόντιες περικοπές, απέκλεισαν την προσφυγή σε κοινό δανεισμό και απέρριψαν τη μετακύλιση της αποπληρωμής του χρέους. Παράλληλα, η Γερμανία αντιτάχθηκε στην αύξηση της εθνικής της συνεισφοράς και εισηγήθηκε μείωση του συνολικού μεγέθους του προϋπολογισμού.
Συνοψίζοντας, το χρονοδιάγραμμα πιέζει, οι διαπραγματεύσεις επιταχύνονται, αλλά οι θεμελιώδεις επιλογές δεν έχουν ακόμη κλειδώσει. Σε αυτή τη φάση διαμορφώνονται οι κανόνες, οι ισορροπίες και οι όροι της επόμενης περιόδου, πριν περάσουμε στην τελική φάση των πολιτικών αποφάσεων και της κατανομής των πόρων. Δυο είναι τα κεντρικά ζητούμενα για την Ελλάδα:
Πρώτον, να προστατεύσει αποτελεσματικά τις παραδοσιακές της προτεραιότητες, ιδίως τη συνοχή, την ΚΓΠ, τη νησιωτικότητα και τη διαχείριση των συνόρων, αφετέρου, να προσαρμοστεί έγκαιρα σε ένα σαφώς αυστηρότερο περιβάλλον, με μικρότερη σχετική βαρύτητα της Πολιτικής Συνοχής και της ΚΓΠ στο σύνολο του ΠΔΠ, με πληρωμές που θα εξαρτώνται από ορόσημα και στόχους και όχι από δηλωθείσες δαπάνες, με αυστηρότερο κανόνα αποδέσμευσης Ν+1, με στενότερη σύνδεση με το Ευρωπαϊκό Εξάμηνο, με μεγαλύτερες απαιτήσεις διοικητικής ωριμότητας, συντονισμού και ελέγχου, αλλά και με ενδεχόμενη αύξηση της εθνικής συνεισφοράς.
Δεύτερον, να προετοιμαστεί έγκαιρα ώστε να αξιοποιήσει τις σημαντικές δυνατότητες, αλλά και να ανταποκριθεί στις σοβαρές προκλήσεις, που δημιουργούνται στα ανταγωνιστικά εργαλεία μεγάλης κλίμακας και, ειδικότερα, στους τομείς της έρευνας και καινοτομίας, της ψηφιακής υπεροχής, της αμυντικής βιομηχανίας, της ενέργειας, των διασυνδέσεων, της πολιτικής προστασίας, της βιοοικονομίας, της υγείας και της εξωτερικής δράσης, που διευρύνουν τις δυνατότητες χρηματοδότησης πέραν του εθνικού φακέλου.
Στο σημείο αυτό, θα ήθελα να σημειώσω τρία συγκεκριμένα ζητήματα προετοιμασίας της χώρας, τα οποία δεν αντιμετωπίζονται με μια απλή προσαρμογή του υφιστάμενου πλαισίου.
Το πρώτο αφορά τον στρατηγικό σχεδιασμό της μετάβασης από το σημερινό ΕΣΠΑ και το υφιστάμενο μίγμα χρηματοδοτήσεων στο νέο ΕΠΕΣ 2028–2034. Η χώρα πρέπει εγκαίρως να γνωρίζει ποια έργα, ποιες δράσεις και ποιες πολιτικές μπορούν να μεταφερθούν, να προσαρμοστούν ή να ενταχθούν στη νέα αρχιτεκτονική, πού υπάρχουν χρηματοδοτικά κενά, ποιες μεταρρυθμίσεις θα συνδεθούν με τις χρηματοδοτήσεις και ποιο χαρτοφυλάκιο ώριμων έργων μπορεί να στηρίξει την άμεση ενεργοποίηση του νέου πλαισίου ήδη από το 2028.
Το δεύτερο αφορά το σύστημα διοίκησης, διακυβέρνησης και ελέγχου της επόμενης περιόδου, καθώς η νέα αρχιτεκτονική απαιτεί πολύ μεγαλύτερη συνοχή σε επίπεδο σχεδίου, σαφέστερη κατανομή ευθυνών, στενότερη σύνδεση πολιτικών, επενδύσεων και μεταρρυθμίσεων και ισχυρότερο μηχανισμό λογοδοσίας.
Το τρίτο αφορά την ψηφιακή ετοιμότητα, επειδή η επόμενη περίοδος δεν μπορεί να στηριχθεί στον σημερινό κατακερματισμό πληροφοριακών εργαλείων και απαιτεί ενιαία ψηφιακή υποστήριξη του σχεδιασμού, της παρακολούθησης, των επιδόσεων, των πληρωμών, των ελέγχων και των αναφορών. Με άλλα λόγια, η χώρα χρειάζεται από τώρα ώριμο οδικό χάρτη μετάβασης, εφαρμόσιμο διοικητικό και ελεγκτικό σχήμα και ψηφιακή υποδομή ικανή να στηρίξει το νέο καθεστώς. Αυτά δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν αργότερα ούτε με αποσπασματικές κινήσεις της τελευταίας στιγμής.
Στο πλαίσιο αυτό, απαιτείται παράλληλα και συγκεκριμένη τεχνική και επιστημονική υποστήριξη.
Πρώτον, μια ολοκληρωμένη μελέτη για τις βασικές αρχές και κατευθύνσεις του σχεδιασμού της περιόδου 2028–2034, με στόχο την έγκαιρη, ποιοτική και πλήρη ενεργοποίηση των πόρων του νέου ΕΠΕΣ ήδη από το πρώτο έτος εφαρμογής του.
Δεύτερον, μια εξειδικευμένη μελέτη για το νέο σύστημα οργάνωσης, διοίκησης, διακυβέρνησης, διαχείρισης και ελέγχου της περιόδου 2028–2034, ιδίως υπό το πρίσμα της ταυτόχρονης ενεργοποίησης του νέου ΕΠΕΣ, της ολοκλήρωσης του ΕΣΠΑ 2021–2027 και της διαχείρισης των μεταφερόμενων έργων.
Τρίτον, ειδική προετοιμασία για τη μετάβαση και την ετοιμότητα των μηχανισμών που θα στηρίζουν τον σχεδιασμό, την παρακολούθηση, τις αναφορές και τους ελέγχους, με έμφαση στις απαιτήσεις συμμόρφωσης, στη διαλειτουργικότητα των πληροφοριακών συστημάτων, στη συνεχή ανταλλαγή δεδομένων και εγγράφων με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και στον οδικό χάρτη μετάβασης προς ένα νέο, ενιαίο ΟΠΣ.
Είναι επίσης κρίσιμο να τονιστεί ότι οι εργασίες, εκτιμήσεις και μελέτες που ζητούνται και συγκεντρώνονται από την ολιγομελή Ομάδα Εργασίας της Αντιπροεδρίας δεν αποτελούν απλώς βοηθητικό υλικό, αλλά ουσιαστική βάση προετοιμασίας για τους αρμόδιους φορείς που θα αναλάβουν τη συγγραφή και την υποβολή του νέου Εθνικού Σχεδίου.
Σε ό,τι αφορά το χρονοδιάγραμμα, η πίεση είναι ήδη πολύ μεγάλη. Σύμφωνα με τον ευρωπαϊκό προγραμματισμό, τα κράτη-μέλη πρέπει να αρχίσουν να υποβάλλουν επισήμως τα ΕΠΕΣ από τον Ιούνιο του 2027, ώστε η αξιολόγησή τους να ξεκινήσει το τρίτο τρίμηνο του ίδιου έτους και η έγκρισή τους να έχει ολοκληρωθεί έως τις 31 Ιουλίου 2028, προκειμένου να καταστεί δυνατή και η καταβολή της πρώτης προκαταβολής, με βάση τις ισχύουσες προβλέψεις του Κανονισμού. Αυτό σημαίνει ότι δεν διαθέτουμε το χρονικό περιθώριο που υπήρχε στην τρέχουσα περίοδο, όπου η κατάρτιση του ΕΣΠΑ και των Προγραμμάτων διήρκεσε περίπου τρία έτη, με εγκυκλίους, διαβουλεύσεις με την Επιτροπή, τους εταίρους, τους φορείς πολιτικής και αναπτυξιακά συνέδρια.
Γι’ αυτό πρέπει από τώρα να οργανωθεί συστηματική συνεργασία με όλα τα Υπουργεία για τη συλλογή των προτεραιοτήτων και των στρατηγικών τους. Επειδή πλέον το Σχέδιο θα είναι ενιαίο, οι βασικές κατευθύνσεις για τη διάρθρωση των Κεφαλαίων πρέπει να τεθούν εξαρχής, σύμφωνα με τους Κανονισμούς, και η βασική δομή του ΕΠΕΣ να αρχίσει να διαμορφώνεται άμεσα. Παράλληλα, είναι αναγκαίο να επιβεβαιωθούν τα ποσά που αναλογούν στη χώρα με βάση τους αλγορίθμους, τις κλείδες και τα στοιχεία που έχει διαθέσει η Ευρωπαϊκή Ένωση, ιδίως από τη Eurostat, τη DG AGRI και τη DG HOME, ενώ πρέπει να ξεκινήσει αμέσως και η καταγραφή και αξιολόγηση των υφιστάμενων διοικητικών δομών και πληροφοριακών εργαλείων, ώστε στη συνέχεια να αποτυπωθούν με ακρίβεια τα κενά και οι νέες υποχρεωτικές ανάγκες.
Την ίδια στιγμή, η ίδια η Επιτροπή έχει ήδη κινητοποιηθεί, τόσο με τεχνικές διεργασίες όσο και με διμερείς συναντήσεις με τις εθνικές αντιπροσωπείες, προκειμένου να ενεργοποιήσει εγκαίρως τη διαδικασία συγγραφής των εθνικών σχεδίων και να αποσαφηνίσει ζητήματα που ανακύπτουν στις διαπραγματεύσεις. Στο πλαίσιο αυτό πραγματοποιήθηκε, με πρωτοβουλία της DG Budget, και τεχνική συνάντηση με τους εθνικούς αρμόδιους φορείς, με συμμετοχή και εκπροσώπων της ΜΕΑ. Επιπλέον, ορισμένα κράτη-μέλη έχουν ήδη προχωρήσει σημαντικά τις εργασίες κατάρτισης των εθνικών τους σχεδίων, όπως, ενδεικτικά, η Πολωνία, η Εσθονία και η Τσεχία. Με άλλα λόγια, η διαδικασία έχει ήδη ξεκινήσει στην πράξη και για τη χώρα μας δεν υπάρχει πλέον περιθώριο καθυστέρησης.
Συνοψίζοντας, βρισκόμαστε απέναντι σε μια συνολική αναδιάταξη του ευρωπαϊκού προϋπολογισμού, μέσα από την οποία επανακαθορίζονται οι πολιτικές προτεραιότητες της Ένωσης, οι όροι κατανομής των πόρων, οι κανόνες πρόσβασης στη χρηματοδότηση, οι γεωπολιτικές ισορροπίες και το δημοσιονομικό βάρος των κρατών-μελών. Και ακριβώς σε αυτό το στάδιο η προετοιμασία μπορεί να επηρεάσει ουσιαστικά το αποτέλεσμα. Γι’ αυτό η εθνική προετοιμασία πρέπει να είναι από τώρα πλήρης, συντονισμένη και στρατηγικά προσανατολισμένη, τόσο στην προάσπιση των παραδοσιακών μας συμφερόντων όσο και στην αξιοποίηση των νέων πεδίων χρηματοδότησης πέραν του εθνικού φακέλου. Όσο πιο έγκαιρα, τεκμηριωμένα και συντονισμένα κινηθούμε, τόσο ισχυρότερη θα είναι η θέση της χώρας, όχι μόνο στη διαπραγμάτευση, αλλά και στην εφαρμογή του νέου πλαισίου.