Αγαπητές φίλες, αγαπητοί φίλοι,
Το ζήτημα που θα μας απασχολήσει σήμερα φαίνεται τεχνικό, αλλά είναι βαθιά πολιτικό. Το ΠΔΠ της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την περίοδο 2028–2034 αποτυπώνει την κατανομή της ισχύος στην Ευρώπη και δείχνει πώς η Ευρώπη αντιλαμβάνεται την αλληλεγγύη και την ισορροπία ανάμεσα στη δημοσιονομική πειθαρχία και την επενδυτική φιλοδοξία.
Το ΠΔΠ οριοθετεί, για επτά χρόνια, τις πιστώσεις του ευρωπαϊκού προϋπολογισμού συνολικά και ανά τομέα πολιτικής. Καθορίζει δηλαδή όχι μόνο πόσα θα δαπανήσουμε, αλλά και σε ποιες πολιτικές θα επενδύσουμε. Πίσω από κάθε γραμμή του βρίσκονται πολιτικές επιλογές, συσχετισμοί και προτεραιότητες. Γι’ αυτό και η κατάρτιση και η έγκρισή του είναι από τις πλέον σύνθετες διαδικασίες στην ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική.
Στις διαπραγματεύσεις αντιπαρατίθενται από τη μία οι καθαροί συνεισφέροντες – οι “φειδωλοί” – που επιδιώκουν συγκράτηση των δαπανών και μέγιστη αποδοτικότητα, και από την άλλη, οι καθαροί αποδέκτες – οι “φιλόδοξοι” – που διεκδικούν ενισχυμένες μεταβιβάσεις πόρων. Ανάμεσα σε αυτούς τους δύο πόλους κινείται κάθε φορά ο «δημοσιονομικός συμβιβασμός» της Ένωσης.
Η διαδικασία ξεκινά τυπικά από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η οποία καταθέτει την πρότασή της. Από εκεί και πέρα, οι εκάστοτε Προεδρίες του Συμβουλίου, σε συνεργασία με την Επιτροπή και τα κράτη-μέλη, μετέχουν σε ένα σύστημα τεχνικών και πολιτικών διαβουλεύσεων: ειδικές ομάδες εργασίας στο Συμβούλιο, στο COREPER II, στο Συμβούλιο Γενικών Υποθέσεων. Η καθοριστική στιγμή έρχεται όταν το θέμα φτάνει στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο. Εκεί, οι αρχηγοί κρατών και κυβερνήσεων επιχειρούν να καταλήξουν σε μια συνολική πολιτική συμφωνία για το ύψος των δαπανών, την κατανομή τους ανά τομέα πολιτικής, το μέγεθος των εθνικών φακέλων και την εξισορρόπηση της τελευταίας στιγμής, ώστε να επιστρέψουν στις πρωτεύουσες με έναν πειστικό απολογισμό για το τι εξασφάλισαν για τις χώρες τους.
Από αυτή τη συμφωνία προκύπτουν δύο θεσμικά διακριτές, αλλά πολιτικά αλληλένδετες πράξεις.
Η πρώτη είναι ο Κανονισμός για τον καθορισμό του ΠΔΠ, που ορίζει το γενικό πλαίσιο και τα ετήσια ανώτατα όρια δαπανών, συνολικά και ανά μεγάλη κατηγορία πολιτικής. Ο κανονισμός θεσπίζεται ομόφωνα από το Συμβούλιο, με σύμφωνη γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, το οποίο τον εγκρίνει ή τον απορρίπτει. Δεν τον τροποποιεί. Αν το απορρίψει, το Συμβούλιο επιστρέφει στην αφετηρία και διατυπώνει νέα πρόταση.
Η δεύτερη είναι η Απόφαση για τους Ίδιους Πόρους. Εκεί ρυθμίζεται το πώς χρηματοδοτείται ο προϋπολογισμός: οι παραδοσιακοί ίδιοι πόροι, δηλαδή οι τελωνειακοί δασμοί στις εισαγωγές, το ποσοστό των πόρων ΦΠΑ που αποδίδεται στην ΕΕ και, τέλος, οι συνεισφορές βάσει Ακαθάριστου Εθνικού Εισοδήματος. Η Απόφαση εγκρίνεται ομόφωνα από το Συμβούλιο, κατόπιν διαβούλευσης με το Κοινοβούλιο, και κυρώνεται από όλα τα κράτη-μέλη κατά τα εθνικά τους Συντάγματα.
Η Επιτροπή προτείνει πέντε νέους Ίδιους Πόρους με τις εξής μέσες ετήσιες αποδόσεις:
Συμμετοχή στα έσοδα του Συστήματος Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών (ETS): 9,6 δισ. ευρώ ή 30% των εσόδων από τις δημοπρατήσεις του ETS1, όπου υπάγονται μεγάλες ρυπογόνες εγκαταστάσεις (ηλεκτροπαραγωγή, βαριά βιομηχανία, αερομεταφορές κ.ά.) που αγοράζουν ή λαμβάνουν δικαιώματα για κάθε τόνο CO₂ που εκπέμπουν. Τα δικαιώματα δημοπρατούνται και έτσι δημιουργούνται έσοδα. Η εκτίμηση εξαρτάται από το πόσα δικαιώματα δημοπρατούνται και σε ποια τιμή άνθρακα. Από τη ρύθμιση εξαιρείται το ETS2, δηλαδή η επέκταση του μηχανισμού στα καύσιμα για κτίρια και οδικές μεταφορές.
Εισφορά από τον Μηχανισμό Συνοριακής Προσαρμογής Άνθρακα (Carbon Border Adjustment Mechanism, CBAM): 1,4 δισ. ευρώ ή 75% των σχετικών εσόδων. Η απόδοση συναρτάται με τους όγκους και τις αξίες των εισαγωγών προϊόντων με υψηλές ενσωματωμένες εκπομπές.
Επιβάρυνση στα μη συλλεγόμενα απόβλητα ηλεκτρικού και ηλεκτρονικού εξοπλισμού (E-waste): 15 δισ. ευρώ, με τέλος 2 ευρώ ανά κιλό μη συλλεγμένων αποβλήτων. Το τελικό έσοδο εξαρτάται από τους τόνους των μη συλλεγόμενων αποβλήτων.
Μερίδιο από τον εναρμονισμένο ειδικό φόρο καπνού: 11,2 δισ. ευρώ, δηλαδή 15% των εθνικών εσόδων από τον ΕΦΚ καπνού. Η απόδοση διαμορφώνεται από τις φορολογούμενες ποσότητες και τις τιμές των προϊόντων καπνού, καθώς και από το επίπεδο των ελάχιστων εναρμονισμένων συντελεστών.
Εταιρικός πόρος Corporate Resource for Europe (CORE): 6,8 δισ. ευρώ, προερχόμενα από εταιρείες με κύκλο εργασιών άνω των 100 εκατ. ευρώ. Τα έσοδα εξαρτώνται από τον αριθμό και τη δραστηριότητα των επιχειρήσεων που υπερβαίνουν το συγκεκριμένο όριο κύκλου εργασιών.
Προβλέπονται επίσης αναπροσαρμογές σε υφιστάμενους πόρους, όπως η εισφορά στα μη ανακυκλωμένα πλαστικά απορρίμματα συσκευασίας και στο ποσοστό παρακράτησης των τελωνειακών δασμών από τα κράτη-μέλη, καθώς και λοιπά έσοδα, όπως τα τέλη του Ευρωπαϊκού Συστήματος Πληροφοριών και Αδειοδότησης Ταξιδιού (ETIAS).
Θα ήθελα να σταθώ στον CBAM – έναν μηχανισμό που σχεδίασε η Επιτροπή για δύο λόγους: 1) για να στηρίξει την πράσινη μετάβαση, η οποία απαιτεί ισχυρούς δημόσιους πόρους, και 2) για να αντιμετωπίζει τα εισαγόμενα προϊόντα με τον ίδιο κανόνα όπως τα εγχώρια, ανακόπτοντας την αποβιομηχάνιση της ΕΕ. Ο CBAM θα καταργήσει σταδιακά, από το 2026, τα δωρεάν δικαιώματα CO2 που χορηγούνται στις ευρωπαϊκές βιομηχανίες για να διατηρήσουν τη διεθνή ανταγωνιστικότητά τους και θα επιβάλλει φόρο άνθρακα σε εισαγόμενα προϊόντα και πρώτες ύλες υψηλού ανθρακικού αποτυπώματος (σίδηρος, χάλυβας, τσιμέντο, λιπάσματα, αλουμίνιο κ.ά.). Αρχικά θα επικεντρώνεται κυρίως σε αναφορές για το αποτύπωμα των προϊόντων αυτών, ενώ έως το 2030, θα επεκταθεί σε άλλους τομείς του ETS. Οι ευρωπαίοι βιομήχανοι θεωρούν ότι ο CBAM θα αυξήσει τις τιμές των προϊόντων καθώς θα αυξηθούν οι τιμές των εισαγόμενων πρώτων υλών, ενώ φοβούνται ότι, τελικά, δεν θα επιβληθεί φόρος στα εισαγόμενα προϊόντα εφόσον συνοδεύονται από πιστοποιητικά παραγωγής τους με χαμηλό αποτύπωμα ή επιβάρυνσής τους με αντίστοιχο φόρο στη χώρα προέλευσης. Αν αυτό συμβεί, αρκεί το Ταμείο Καινοτομίας ύψους 40 δισ. ευρώ που δημιουργήθηκε για να στηρίξει την ευρωπαϊκή βιομηχανία; Ιδού ένα κρίσιμο θέμα. Η ουσία είναι ότι ο CBAM άνοιξε μια μεγάλη συζήτηση περί της τιμολόγησης του άνθρακα σε παγκόσμιο επίπεδο.
Αυτά ως προς την αρχιτεκτονική των δαπανών και των εσόδων. Το πώς αυτές οι δαπάνες και αυτά τα έσοδα θα διοικηθούν ρυθμίζεται από τη Διοργανική Συμφωνία την οποία συνάπτουν τα τρία δημοσιονομικά θεσμικά όργανα της ΕΕ και από τον Δημοσιονομικό Κανονισμό. Η Συμφωνία ρυθμίζει τη δημοσιονομική πειθαρχία, τη μεταξύ τους συνεργασία, την ομαλή εκτέλεση και παρακολούθηση του ΠΔΠ και, κυρίως, τον τρόπο με τον οποίο θα χρησιμοποιούνται τα Ειδικά Μέσα ευελιξίας τα οποία επιτρέπουν την υπό όρους χρηματοδότηση έκτακτων ή απρόβλεπτων αναγκών, πέρα από τα ετήσια ανώτατα όρια του ΠΔΠ.
Τέλος, υπάρχει και ο Δημοσιονομικός Κανονισμός – ένας οριζόντιος κώδικας που δεν συνδέεται με συγκεκριμένη περίοδο, αλλά ορίζει τους χρηματοοικονομικούς και λογιστικούς κανόνες για την κατάρτιση και εκτέλεση του προϋπολογισμού. Ο Κανονισμός που αναθεωρήθηκε πρόσφατα (2509/2024) για να προσαρμόσει τους κανόνες στις ανάγκες της τρέχουσας περιόδου, ενισχύει τη διαφάνεια και τη λογοδοσία, θωρακίζει τα οικονομικά συμφέροντα της ΕΕ, απλουστεύει τις διαδικασίες για τους δικαιούχους, επιταχύνει την αντίδραση σε κρίσεις, επικαιροποιεί τους κανόνες για τις δημόσιες συμβάσεις και τις προμήθειες κ.ά.
Όλα τα έσοδα και οι δαπάνες υπολογίζονται κατ’ έτος σε έναν ισοσκελισμένο προϋπολογισμό, τον οποίο προτείνει η Επιτροπή και εγκρίνουν από κοινού Κοινοβούλιο και Συμβούλιο. Η Επιτροπή τον εκτελεί εντός των ανώτατων ορίων του ΠΔΠ, υπό τους κανόνες της Διοργανικής Συμφωνίας. Τα όρια μπορούν να ανατιμώνται ετησίως σε τρέχουσες τιμές, να αναθεωρούνται για συγκεκριμένα προγράμματα, να ενσωματώνουν έσοδα από πρόστιμα, να προσαρμόζονται όταν νέες πράξεις εγκρίνονται εντός της περιόδου. Σε ακραίες περιπτώσεις, όπως οι απρόβλεπτες καταστάσεις, οι συνταγματικές αλλαγές, η διεύρυνση, η επανένωση της Κύπρου μπορεί να χρειαστεί αναθεώρηση του ΠΔΠ, με την ίδια, απαιτητική διαδικασία.
Αν κοιτάξουμε την τρέχουσα περίοδο, φαίνεται καθαρά πόσο κρίσιμα είναι όσα περιέγραψα. Η πολιτική συμφωνία για το ΠΔΠ κλείστηκε στις 21 Ιουλίου 2020, σε ένα από τα πιο δύσκολα Ευρωπαϊκά Συμβούλια των τελευταίων ετών. Το ανώτατο όριο δαπανών ορίστηκε στα 1,074 τρισ. ευρώ (τιμές 2018), χαμηλότερο από την αρχική πρόταση της Επιτροπής, και κατανεμήθηκε σε επτά τομείς πολιτικής, με αρκετά πρόσθετα Ειδικά Μέσα (Ταμείο Προσαρμογής στην Παγκοσμιοποίηση, Αποθεματικό Αλληλεγγύης και Επείγουσας Βοήθειας, Μηχανισμός Ευελιξίας, Αποθεματικό Προσαρμογής στο Brexit, Ενιαίο Μέσο Περιθωρίου). Και μετά ήρθε η πρωτόγνωρη κρίση της πανδημίας. Η απάντηση της ΕΕ ήταν εξίσου πρωτόγνωρη: δημιουργήθηκε το Προσωρινό Μέσο Ανάκαμψης NextGenerationEU, ύψους 750 δισ. ευρώ (τιμές 2018), ως «εξωτερικό ειδικευμένο έσοδο» του ΠΔΠ, για να σταθεροποιήσει τις οικονομίες και, ταυτόχρονα, να χρηματοδοτήσει μεταρρυθμίσεις και επενδύσεις που ενισχύουν τη βιωσιμότητα και την ανθεκτικότητά τους. Με την Απόφαση για τους Ίδιους Πόρους του 2020, η Επιτροπή εξουσιοδοτήθηκε για πρώτη φορά να δανειστεί μαζικά στις αγορές εξ ονόματος της Ένωσης, με αποπληρωμή έως το 2058, προστέθηκε ο νέος «πόρος πλαστικών», αυξήθηκαν τα ανώτατα όρια Ίδιων Πόρων και των εθνικών συνεισφορών. Με μια φράση: η ΕΕ απάντησε στην κρίση με έναν συνδυασμό κοινού δανεισμού, κοινής διαχείρισης κινδύνου και κοινών επενδύσεων.
Στο επίκεντρο της απάντησης αυτής είναι το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, το RRF, με 672,5 δισ. ευρώ, εκ των οποίων έως 312,5 δισ. σε επιχορηγήσεις και έως 360 δισ. σε δάνεια. Οι εκταμιεύσεις δεν συνδέονται πια με τιμολόγια δαπανών, αλλά με στόχους και ορόσημα. Τα Εθνικά Σχέδια Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας καθορίζουν μεταρρυθμίσεις και επενδύσεις, αξιολογούνται από την Επιτροπή με βάση τα κριτήρια του σχετικού Κανονισμού και εγκρίνονται από το ECOFIN. Ένα οριζόντιο κριτήριο εφαρμόζεται παντού: η αρχή «μη πρόκλησης σημαντικής βλάβης» (DNSH) στο περιβάλλον, σε πλήρη σύνδεση με την ταξινομία της ΕΕ. Το υπόλοιπο NGEU ενίσχυσε την πολιτική συνοχής (React-EU), τη Δίκαιη Μετάβαση, την αγροτική ανάπτυξη, το InvestEU, την πολιτική προστασία (rescEU), το Horizon Europe. Έτσι, το ΠΔΠ 2021-2027, σε συνδυασμό με το NGEU, έδωσαν ένα πακέτο περίπου 1,824 τρισ. ευρώ σε τιμές 2018 και, ταυτόχρονα, έθεσαν τα θεμέλια για τη νέα φάση που μπαίνουμε τώρα με το ΠΔΠ 2028–2034.
Το πιο κρίσιμο ζήτημα κάθε διαπραγμάτευσης ενός ΠΔΠ είναι ο εθνικός δημοσιονομικός φάκελος. Πώς κατανέμονται οι πόροι ανά χώρα; Πώς διασφαλίζεται ότι εκείνοι που έχουν μεγαλύτερες ανάγκες λαμβάνουν μεγαλύτερη στήριξη; Εδώ έρχεται ο λεγόμενος «τύπος του Βερολίνου», που συμφωνήθηκε το 1999 και παραμένει η βάση της μεθοδολογίας. Πρόκειται για μία προσπάθεια αντικειμενικού υπολογισμού των εθνικών και περιφερειακών κατανομών. Οι περιφέρειες ταξινομούνται με βάση το κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε Μονάδες Αγοραστικής Δύναμης σε τρεις κατηγορίες: λιγότερο ανεπτυγμένες (<75% του κοινοτικού μέσου), μετάβασης (75–100%) και περισσότερο ανεπτυγμένες (≥100%).
Για κάθε κατηγορία εφαρμόζεται ένας μαθηματικός τύπος που υπολογίζει το «χάσμα σύγκλισης», δηλαδή το πόσο απέχει η περιφέρεια από τον μέσο όρο, και το σταθμίζει με τον πληθυσμό της. Έτσι προκύπτει ο συντελεστής κατανομής ανά περιφέρεια NUTS II, ο οποίος μεταφράζεται σε πόρους. Ο εθνικός φάκελος θα προκύψει αθροίζοντας όλες τις περιφερειακές κατανομές και προσθέτοντας ιδιαίτερες γραμμές: το Ταμείο Συνοχής, που βασίζεται στη συνολική ευημερία της χώρας, το Interreg, τις προσαυξήσεις για νησιωτικές, εξόχως απόκεντρες ή αραιοκατοικημένες περιοχές, τις δικλείδες εξομάλυνσης – ανώτατα όρια φακέλου ως ποσοστό του ΑΕΕ/ΑΕΠ και ένα «δίχτυ ασφαλείας» σε σχέση με την προηγούμενη περίοδο ώστε να αποφεύγονται απότομες μεταβολές. Ύστερα, τα αποτελέσματα «τελειοποιούνται» πολιτικά στο πλαίσιο της διαπραγμάτευσης με πρόσθετα ποσά για ειδικές προτεραιότητες, αναγνωρισμένες ιδιαιτερότητες, γεωπολιτικές ευαισθησίες, πάντα εντός των συνολικών ανώτατων ορίων. Να σημειώσω ότι στην περίοδο 2021-2027, ο τύπος του Βερολίνου προσαρμόστηκε σημαντικά: προστέθηκαν δείκτες ανεργίας, πυκνότητας πληθυσμού, βιομηχανικής μετάβασης, ακόμη και εκπαίδευσης στις περισσότερο ανεπτυγμένες περιφέρειες, ώστε να κατευθυνθούν περισσότεροι πόροι εκεί όπου οι προκλήσεις είναι εντονότερες.
Στις 16 Ιουλίου 2025 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παρουσίασε μια φιλόδοξη δέσμη προτάσεων για το νέο ΠΔΠ, σε μια συγκυρία βαθιάς γεωπολιτικής ρευστότητας και ανάδυσης νέων γεωοικονομικών κέντρων ισχύος, αβεβαιότητας ως προς τον διεθνή ρόλο των ΗΠΑ, περιφερειακών συγκρούσεων και κλιματικής κρίσης, με μια Ευρώπη που δοκιμάζεται από χαμηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, υστέρηση παραγωγικότητας και επίμονες ανισότητες σε ένα περιβάλλον υψηλού δημόσιου χρέους, πληθωρισμού και αυξημένων επιτοκίων. Σε αυτά προστίθεται η επιτακτική ανάγκη ενίσχυσης της άμυνάς της, αλλά και η πρόκληση της ανοικοδόμησης της Ουκρανίας και της νέας διεύρυνσης. Στο πλαίσιο αυτό, η πρόταση θέτει δύο αλληλένδετους στόχους: 1) την ενίσχυση της στρατηγικής αυτονομίας της Ένωσης – ειδικά στην ενέργεια, την άμυνα, την τεχνολογία – και 2) την άρση των εσωτερικών διαρθρωτικών αδυναμιών, ώστε η Ευρώπη να μπορεί να ανταποκρίνεται με ταχύτητα στις κρίσεις και, ταυτόχρονα, να προωθεί την πράσινη και ψηφιακή μετάβαση, να αντιμετωπίζει τη δημογραφική πρόκληση, να διαχειρίζεται τις μεταναστευτικές ροές, να στηρίζει τις γειτονικές της χώρες.
Η εξίσωση είναι δύσκολη; Ποιο πρέπει να είναι το ανώτατο όριο δαπανών; Πώς θα κατανεμηθούν οι πόροι μεταξύ παλαιών και νέων προτεραιοτήτων; Πόσο χώρο θα αφήσουμε για κρίσεις που δεν γνωρίζουμε ακόμη;
H Επιτροπή προτείνει 1,985 τρισ. ευρώ σε τρέχουσες τιμές που αντιστοιχεί περίπου στο 1,26% του ΑΕΕ της ΕΕ. Από αυτά, 168 δισ. ευρώ προορίζονται για την εξυπηρέτηση του χρέους του NGEU, περίπου 24 δισ. ετησίως. Η πρόταση αναμορφώνει τη δομή του ΠΔΠ, μεταβαίνει από μια κυρίως αναδιανεμητική λογική σε μια πιο ανταγωνιστική διεκδίκηση πόρων, συγκεντρώνει ταμεία και προγράμματα, εισάγει αυστηρότερη διακυβέρνηση και μεταφέρει μεγαλύτερη ευθύνη για τα αποτελέσματα στα κράτη-μέλη.
Η Επιτροπή προτείνει μια πιο απλή αρχιτεκτονική: τρεις μεγάλοι τομείς πολιτικής από 6 – τρεις «πυλώνες», με ένα ενιαίο πλαίσιο παρακολούθησης δαπανών και επιδόσεων. Ο Πυλώνας I καλύπτει την οικονομική, κοινωνική και εδαφική συνοχή, τη γεωργία, την αγροτική ανάπτυξη, την αλιεία, τη θαλάσσια πολιτική, την ευημερία και την ασφάλεια, με προβλεπόμενους πόρους 1,062 τρισ. ευρώ, περίπου 54% του συνόλου.
Ο Πυλώνας II αφορά την ανταγωνιστικότητα, την ευημερία και την ασφάλεια, με περίπου 590 δισ. ευρώ, ή 30%. Ο Πυλώνας III αφορά την εξωτερική δράση – επίσης άμεση διαχείριση, με περίπου 215 δισ. ευρώ, ή 11%. Ο Πυλώνας IV αφορά τη διοίκηση, περίπου 6% του προϋπολογισμού.
Σε κάθε έναν από τους Πυλώνες θεσπίζεται ένα κεντρικό υπερταμείο – ένα ταμείο-ομπρέλα με ενιαίους κανόνες: στον Πυλώνα I, το Ευρωπαϊκό Ταμείο Συνοχής-Γεωργίας-Αλιείας-Ευημερίας-Ασφάλειας, στον Πυλώνα II, το Ευρωπαϊκό Ταμείο Ανταγωνιστικότητας, και στον Πυλώνα III, ο Χρηματοδοτικός Μηχανισμός Εξωτερικής Δράσης. Οι ειδικοί κανόνες των επιμέρους ταμείων διατηρούνται στους εξειδικευμένους Κανονισμούς, αλλά η λογική και η διαχείριση γίνονται ενιαίες.
Η εφαρμογή διατηρεί το γνωστό τριμερές μοντέλο διαχείρισης: επιμερισμένη διαχείριση με τα κράτη-μέλη στη Συνοχή και την ΚΑΠ, άμεση διαχείριση από την Επιτροπή στα εργαλεία ανταγωνιστικότητας και έμμεση διαχείριση μέσω της ΕΤΕπ και διεθνών οργανισμών για εξειδικευμένα χρηματοδοτικά μέσα.
Μια μεγάλη καινοτομία είναι ο νέος Κανονισμός που θεσπίζει ενιαίους κανόνες επιδόσεων για όλα τα προγράμματα, με κοινή μεθοδολογία ώστε οι δαπάνες να είναι συγκρίσιμες διατομεακά, και καθιερώνει μια τυποποιημένη λίστα «πεδίων παρέμβασης», όπου κάθε πεδίο συνδέεται με ένα σύνολο περίπου 700 δεικτών εκροών και αποτελεσμάτων και με καθορισμένους συντελεστές συνεισφοράς -0%, 40% ή 100% -σε οριζόντιους στόχους, όπως το κλίμα, το περιβάλλον, οι κοινωνικές προτεραιότητες και η ισότητα φύλων.
Παράλληλα, εισάγονται κοινοί κανόνες αποτύπωσης οριζόντιων στόχων, μια ετήσια συνολική έκθεση επιδόσεων, καθώς και μια ψηφιακή πύλη με στοιχεία για όλα τα έργα και τις δαπάνες, με αυτόματη τροφοδότηση δεδομένων από τα κράτη-μέλη. Για πρώτη φορά, η ιχνηλασιμότητα «πράσινων» και κοινωνικών δαπανών γίνεται συστηματικά, ενιαία, σε όλα τα μέσα του ΠΔΠ.
Η Επιτροπή υποχρεώνεται να δημοσιεύει μία Ετήσια Ενοποιημένη Έκθεση Διαχείρισης και Επιδόσεων (AMPR), αντί για πολυδιασπασμένες ενδιάμεσες αξιολογήσεις. Δημιουργείται μια Ενιαία Πύλη ανοικτών δεδομένων – Single Gateway – με πλήρη πληροφόρηση για υλοποίηση, δείκτες, δικαιούχους, πράξεις, ευκαιρίες χρηματοδότησης.
Το ενιαίο αυτό πλαίσιο συμπληρώνεται από τρεις οριζόντιους κανόνες: 1) τη χρηστή δημοσιονομική διαχείριση και την αναλογικότητα των ελέγχων βάσει του Δημοσιονομικού Κανονισμού 2024/2509, 2) την αρχή «μη πρόκλησης σημαντικής βλάβης», πλέον οριζόντια σε όλα τα μέσα, όχι μόνο στο RRF και τα Ταμεία επιμερισμένης διαχείρισης και 3) την ενσωμάτωση της διάστασης του φύλου στον προϋπολογισμό, με υποχρεωτική δημοσιοποίηση των αποτελεσμάτων στην AMPR και στην Ενιαία Πύλη.
Ο έλεγχος οργανώνεται με βάση την αρχή του «ενιαίου ελέγχου» (single audit): ένα συνεκτικό σύστημα που μειώνει τις επικαλύψεις, απλουστεύει τις διαδικασίες, περιορίζει το διοικητικό βάρος για τους δικαιούχους. Εφαρμόζεται οριζόντια το Σύστημα Έγκαιρου Εντοπισμού και Αποκλεισμού (EDES) – ένα κεντρικό μητρώο για φορείς που πρέπει να αποκλείονται από χρηματοδότηση λόγω σοβαρών παραπτωμάτων. Η Λευκή Βίβλος για την καταπολέμηση της απάτης συνοδεύει την πρόταση με την καθολική αξιοποίηση του Arachne+, ενός εργαλείου ανάλυσης κινδύνων, και δύο εξειδικευμένων πλατφορμών αναφοράς παρατυπιών: IMS για τα μέσα επιμερισμένης διαχείρισης και OWNRES για τους παραδοσιακούς Ίδιους Πόρους.
Τέλος, το νέο ΠΔΠ ενσωματώνει την ευρωπαϊκή στρατηγική αποθεματοποίησης σε κρίσιμα αγαθά – ιατρικό υλικό, εφόδια έκτακτης ανάγκης, κρίσιμες πρώτες ύλες, ενεργειακό εξοπλισμό, αγροδιατροφικά προϊόντα, νερό. Η «Ένωση Ετοιμότητας» είναι ένα δίκτυο αποθεμάτων, με έγκαιρο εντοπισμό κρίσιμων αναγκών, συντονισμό με εθνικά αποθέματα, ενίσχυση της εφοδιαστικής αλυσίδας, και στενή συνεργασία της πολιτικής προστασίας, των ενόπλων δυνάμεων, του δημόσιου και ιδιωτικού τομέα.
Όλα αυτά μπορεί να μοιάζουν – και είναι – περίπλοκα. Όμως, πίσω από το τεχνικό λεξιλόγιο, υπάρχει ένα πολύ απλό διακύβευμα: αν η Ευρώπη θα αποκτήσει έναν προϋπολογισμό αντάξιο των προκλήσεων της εποχής ή αν θα μείνει εγκλωβισμένη σε λογικές του χθες.
Για χώρες όπως η Ελλάδα, το διακύβευμα είναι διπλό. Από τη μία, πρέπει να διαπραγματευθούμε με τρόπο που να διασφαλίζει έναν επαρκή εθνικό φάκελο, ένα δίκαιο μείγμα ανάμεσα σε παλιές και νέες προτεραιότητες, με αναγνώριση της νησιωτικότητας, των εδαφικών ανισοτήτων, των γεωπολιτικών πιέσεων στα εξωτερικά σύνορα της Ένωσης. Από την άλλη, πρέπει να προετοιμαστούμε εσωτερικά στο νέο σύμπαν που διαμορφώνει η πρόταση, όπου τα χρήματα συνδέονται με επιδόσεις, οι εκταμιεύσεις με ορόσημα, η διαφάνεια με ανοικτά δεδομένα, οι έλεγχοι με ενιαία εργαλεία, η προστασία του περιβάλλοντος και η ισότητα των φύλων με ρητές προϋποθέσεις χρηματοδότησης.
Το NGEU μάς έδειξε ότι η Ευρώπη μπορεί, όταν χρειαστεί, να κινηθεί γρήγορα, να καινοτομήσει, να αναλάβει κοινό κίνδυνο. Το ΠΔΠ 2028-2034 θα δείξει αν μπορούμε να μετατρέψουμε αυτή την εμπειρία σε σταθερή, θεσμοθετημένη ικανότητα.
Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν το νέο ΠΔΠ θα είναι «μεγαλύτερο» ή «μικρότερο». Είναι αν θα είναι πιο στρατηγικό, πιο δίκαιο, πιο διαφανές, πιο ανθεκτικό. Αν θα εκφράζει ένα συλλογικό ευρωπαϊκό σχέδιο για το πώς θέλουμε να ζούμε σε αυτήν την ήπειρο.
Έρχομαι τώρα στους τρεις Πυλώνες του ΠΔΠ.
Ο Πυλώνας Ι είναι η καρδιά της ευρωπαϊκής υπόσχεσης ότι η ενιαία αγορά, η πράσινη και ψηφιακή μετάβαση, η δημοσιονομική πειθαρχία και η στρατηγική αυτονομία δεν θα αφήσουν κανέναν πίσω. Ότι η Ευρώπη δεν είναι μόνο ανταγωνιστικότητα, αλλά και συνοχή. Δεν είναι μόνο γεωπολιτική ισχύς, αλλά και ασφάλεια και προοπτική για τις περιφέρειες, τους αγρότες, τους εργαζόμενους, τις ευάλωτες ομάδες.
Ο Πυλώνας Ι συγκεντρώνει πάνω από το μισό του προϋπολογισμού. Εκεί εντάσσονται η οικονομική, κοινωνική και εδαφική συνοχή, η γεωργία και η αγροτική ανάπτυξη, η αλιεία και η θαλάσσια πολιτική, το άσυλο, η μετανάστευση και η διαχείριση συνόρων, η εσωτερική ασφάλεια και – πλέον – ένα τμήμα της αμυντικής διάστασης. Όμως ο τρόπος με τον οποίο οργανώνεται αλλάζει ριζικά. Δεν μιλάμε πια για ένα μωσαϊκό από 11 διαφορετικά ταμεία και εκατοντάδες προγράμματα, αλλά για ένα ενιαίο «Ευρωπαϊκό Ταμείο για την οικονομική, κοινωνική και εδαφική συνοχή, τη γεωργία και την αγροτική ανάπτυξη, την αλιεία και τις θαλάσσιες υποθέσεις, την ευημερία και την ασφάλεια», με ένα κοινό πλαίσιο κανόνων- single rulebook, και με ενοποιημένα εργαλεία σχεδιασμού, παρακολούθησης και ελέγχου.
Σε αυτό το Ταμείο συγκεντρώνονται όλοι οι εθνικά κατανεμημένοι πόροι και επενδύονται σε πέντε στόχους: 1) βιώσιμη ευημερία όλων των περιφερειών, 2) ανάπτυξη δυνατοτήτων ασφάλειας και ανθεκτικότητας. 3) κοινωνική συνοχή και ευρωπαϊκό κοινωνικό μοντέλο, 4) βελτίωση της ποιότητας ζωής – ιδίως στον αγροτικό χώρο και 5) προστασία της δημοκρατίας, του κράτους δικαίου και των θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Αυτή η τεράστια προσπάθεια συμπυκνώνεται σε τρία σκέλη: 1) στα Εθνικά και Περιφερειακά Σχέδια Εταιρικής Σχέσης – τα NRPP, 2) στο ενιαίο πρόγραμμα εδαφικής συνεργασίας Interreg, και 3) στον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Διευκόλυνσης, το EU Facility. Στα NRPP κατευθύνεται το συντριπτικό μέρος των πόρων του Ταμείου. Εκεί βρίσκονται η Πολιτική Συνοχής, η Κοινή Αγροτική Πολιτική, η Κοινή Αλιευτική Πολιτική, η μετανάστευση και τα σύνορα, η εσωτερική ασφάλεια.
Πίσω από αυτή την απλούστευση, τα μεγέθη αλλά και οι όροι χρήσης των πόρων αλλάζουν αισθητά: οι πόροι Συνοχής φαίνονται αυξημένοι σε απόλυτα μεγέθη – από περίπου 386,6 δισ. σε 453 δισ. ευρώ – αλλά το μερίδιό της υποχωρεί περίπου στο 10% του ΠΔΠ, από περίπου 37% σήμερα· οι πόροι της ΚΑΠ περιορίζονται στο 15%, μαζί με την αλιεία, από περίπου 32% σήμερα, ενώ μειώνονται συνολικά κατά περίπου 86 δισ. ευρώ – από 386,6 σε 300 δισ. ευρώ – παρότι «δεσμεύονται» σε επίπεδο ΠΔΠ (ringfenced).
Ακόμη πιο κρίσιμο είναι ότι καταργείται η παραδοσιακή διάκριση μεταξύ άμεσων ενισχύσεων (Πυλώνας Ι) και αγροτικής ανάπτυξης (Πυλώνας ΙΙ): όλα εντάσσονται σε ενιαίο προγραμματισμό στο πλαίσιο του Εθνικού και Περιφερειακού Σχεδίου, όλα τα μέτρα γίνονται συγχρηματοδοτούμενα και, συνεπώς, η μείωση της ΚΑΠ παύει να είναι μόνο ευρωπαϊκό ζήτημα και μετατρέπεται και σε θέμα εθνικών πόρων. Παράλληλα, η δυνατότητα μεταφοράς πόρων από τη Συνοχή προς την ΚΑΠ uα οδηγήσει σε εσωτερικές συγκρούσεις για κατανομές – ειδικά σε χώρες όπως η Ελλάδα, όπου οι ανάγκες είναι μεγάλες και στους δύο τομείς.
Στο Εθνικό και Περιφερειακό Σχέδιο Εταιρικής Σχέσης θα συγκεντρωθούν όλες οι παρεμβάσεις, ενώ τουλάχιστον 14% του προϋπολογισμού θα πρέπει να διατεθεί σε κοινωνικές προτεραιότητες (απασχόληση, δεξιότητες, υγεία, στέγη, κοινωνικές υποδομές). Το Σχέδιο πρέπει να συνδυάζει δεσμευτικές μεταρρυθμίσεις και στοχευμένες επενδύσεις, να ευθυγραμμίζεται πλήρως με το Ευρωπαϊκό Εξάμηνο, και οι εκταμιεύσεις δεν θα βασίζονται πλέον στη δαπάνη, αλλά στην επίτευξη οροσήμων και στόχων, ενώ σε περίπτωση απόκλισης, οι πληρωμές θα αναστέλλονται ή θα διορθώνονται.
Επιπλέον, το 25% του εθνικού φακέλου μένει εκτός αρχικού προγραμματισμού και αποδεσμεύεται τμηματικά (έως 1/5 για έκτακτες κρίσεις, 3/5 στην ενδιάμεση αναθεώρηση, 1/5 μετά το 2031 αποκλειστικά για κρίσεις), ενώ η εισαγωγή κανόνα N+1 αντί του σημερινού N+2 αυξάνει τον κίνδυνο απώλειας πόρων, ιδίως όταν λήγει το Ταμείο Ανάκαμψης και δημιουργείται χρηματοδοτικό κενό.
Ταυτόχρονα, η εισαγωγή νέων Ίδιων Πόρων μπορεί να αυξήσει την εθνική συνεισφορά και να μειώσει την καθαρή θέση της χώρας. Για την Ελλάδα, με ενδεικτικό εθνικό φάκελο περίπου 49,2 δισ. ευρώ – 42,9 δισ. στη γενική κατανομή, 3,5 δισ. για τη μετανάστευση, 2,8 δισ. για το Κοινωνικό Ταμείο για το Κλίμα – η εικόνα είναι σύνθετη: πολλά χρήματα αλλά και μεγαλύτερη πίεση στον εθνικό προϋπολογισμό.
Και εδώ επιτρέψτε μου να σταθώ στην τομεακή διάσταση του Πυλώνα Ι, γιατί εκεί κρίνεται αν η νέα αρχιτεκτονική θα υπηρετήσει πράγματι τη σύγκλιση, την ασφάλεια και τη συνοχή.
Η παραδοσιακή Πολιτική Συνοχής είναι ο βασικός μηχανισμός με τον οποίο η Ευρώπη μειώνει τις κοινωνικές, τις οικονομικές και τις εδαφικές ανισότητες, επενδύοντας ταυτόχρονα στην ισόρροπη ανάπτυξη. Δίνει προτεραιότητα στις ασθενέστερες περιφέρειες, εκεί όπου ζουν μεγάλα τμήματα του πληθυσμού, και επιδιώκει την αυτοδύναμη ανάπτυξη κάθε περιοχής, αξιοποιώντας το ανεκμετάλλευτο δυναμικό της. Λειτουργεί, όμως, και ως ανάχωμα στις ανισότητες για δύο λόγους: 1) απορροφά και εξομαλύνει τον άνισο χωρικό αντίκτυπο των οριζόντιων μετασχηματισμών – της πράσινης μετάβασης, της ψηφιοποίησης, της αποβιομηχάνισης. 2) αντισταθμίζει την “υπεραπόδοση” των μετασχηματισμών στις ήδη ισχυρές οικονομίες, που έχουν περισσότερα εργαλεία και λιγότερους δημοσιονομικούς περιορισμούς. Ταυτόχρονα,
διευκολύνει την εφαρμογή άλλων κρίσιμων πολιτικών της ΕΕ – της πράσινης συμφωνίας, της ψηφιακής μετάβασης, της βιομηχανικής πολιτικής – και, έμμεσα, ωφελεί και τις πιο ανεπτυγμένες περιοχές. Αν οι ανισότητες «σέρνονται» για δεκαετίες, το κόστος διόρθωσης είναι πολλαπλάσιο για όλους.
Η έκθεση Letta τη θεωρεί βασική προϋπόθεση για την εύρυθμη λειτουργία και την εμβάθυνση της Ενιαίας Αγοράς, η οποία θα κινδύνευε κάτω από το βάρος των εντάσεων που γεννούν οι ανισότητες. Η έκθεση Draghi υπογραμμίζει τον στρατηγικό ρόλο της ανταγωνιστικότητας, αλλά ταυτόχρονα ζητά να συμμετέχουν όλες οι περιφέρειες στους μετασχηματισμούς – όχι μόνο οι ήδη ισχυρές.
Όμως η πρόταση της Επιτροπής παρότι διατηρεί αυτές τις φιλοδοξίες φαίνεται ότι τις υπηρετεί περισσότερο τυπικά. Η μονοταμειακή χρηματοδότηση στη λογική του Ταμείου Ανάκαμψης, η συγχώνευση των διαρθρωτικών ταμείων και η παροχή πόρων μέσω ενός Εθνικού και Περιφερειακού Σχεδίου, κατά το πρότυπο των Εθνικών Σχεδίων Ανάκαμψης, μειώνουν την προστιθέμενη αξία που παρήγαγε η πολυεπίπεδη διακυβέρνηση και η τοποκεντρική προσέγγιση. Ο ρόλος των περιφερειακών και τοπικών εταίρων στη διαμόρφωση των παρεμβάσεων αποδυναμώνεται. Επιπλέον, οι ενιαίοι κανόνες και η ρητή σύνδεση των εκταμιεύσεων με ορόσημα και στόχους συμπιέζουν τα περιθώρια προσαρμογής που είχαν τα κράτη-μέλη για να μεταφράζουν τις ευρωπαϊκές προτεραιότητες σε διαφοροποιημένες, περιφερειακά ευαίσθητες επιλογές. Υπάρχουν βεβαίως αντίβαρα, όπως το ελάχιστο μερίδιο για λιγότερο ανεπτυγμένες περιφέρειες, οι ειδικές ρυθμίσεις για νησιωτικές περιοχές, αλλά δεν αρκούν από μόνα τους.
Η δεύτερη μεγάλη πολιτική του Πυλώνα Ι είναι η Κοινή Αγροτική Πολιτική. Από τη θέσπισή της, η ΚΑΠ διασφάλιζε την επισιτιστική επάρκεια, σταθεροποιούσε τα αγροτικά εισοδήματα, στήριζε την ύπαιθρο και ενίσχυε τη συνοχή. Δεν είναι, λοιπόν, απλώς μια κλαδική πολιτική. Είναι θεμέλιο της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και έκφραση του ευρωπαϊκού κοινωνικού μοντέλου στον αγροτικό χώρο. Οι διαδοχικές μεταρρυθμίσεις της αποτύπωναν τη συνεχή προσαρμογή της: από την αντιμετώπιση της υπερπαραγωγής και των περιβαλλοντικών πιέσεων, στη βιωσιμότητα, την ανθεκτικότητα και τη δημογραφική ανανέωση.
Σήμερα, η ΚΑΠ παραμένει κρίσιμη για την αγροτική οικονομία – ιδίως στις νησιωτικές, ορεινές και μειονεκτικές περιοχές – αλλά αντιμετωπίζει επίμονες αδυναμίες που απαιτούν ισορροπία σε τρία επίπεδα: 1) παραγωγικότητα και εισοδηματική στήριξη, σε μια εποχή αυξημένου κόστους παραγωγής, αστάθειας αγορών και κλιματικού ρίσκου, 2) βιωσιμότητα, με μετρήσιμα αποτελέσματα για το κλίμα, το έδαφος, τη βιοποικιλότητα – όχι μόνο με υποχρεώσεις στα χαρτιά και 3) ανανέωση του αγροτικού ιστού, μέσω επενδύσεων σε καινοτομία, δεξιότητες, ψηφιακά εργαλεία και βασικές υπηρεσίες στην ύπαιθρο.
Η ευθεία σύγκριση των πόρων της ΚΑΠ με την τρέχουσα περίοδο δεν είναι απολύτως δόκιμη, γιατί οι δύο παραδοσιακοί Πυλώνες της ΚΑΠ ενοποιούνται. Η «στήριξη εισοδήματος» περιλαμβάνει πλέον παρεμβάσεις που μέχρι τώρα ανήκαν στον Πυλώνα ΙΙ (αγροτική ανάπτυξη). Το αποτέλεσμα είναι ότι περισσότερα μέτρα γίνονται συγχρηματοδοτούμενα και απαιτούν μεγαλύτερη εθνική συμμετοχή. Ταυτόχρονα, αυξάνονται οι υποχρεώσεις συμμόρφωσης με διεθνείς δεσμεύσεις για το κλίμα και τη βιοποικιλότητα. Τα οικολογικά προγράμματα (eco-schemes) συνενώνονται λειτουργικά με τα αγροπεριβαλλοντικά και κλιματικά μέτρα. Συνολικά, το νέο σχήμα δημιουργεί ισχυρές πολιτικές και δημοσιονομικές πιέσεις, ιδίως για χώρες με υψηλή εξάρτηση από τον αγροτικό τομέα και περιορισμένο δημοσιονομικό χώρο, όπως η Ελλάδα.
Υπάρχουν, βεβαίως, και θετικά στοιχεία: καλύτερη στόχευση στους μικρούς και μεσαίους παραγωγούς, στήριξη συλλογικών σχημάτων και συνεργασιών, ενίσχυση της ψηφιακής μετάβασης στη γεωργία, ένα πιο αποτελεσματικό «δίχτυ ασφαλείας» για κρίσεις αγοράς και ακραία καιρικά φαινόμενα, ώστε να περιορίζονται οι διακυμάνσεις εισοδήματος.
Ο Πυλώνας Ι αγγίζει επίσης ένα από τα πιο ευαίσθητα και πολιτικά φορτισμένα πεδία: την πολιτική ασύλου, μετανάστευσης και διαχείρισης συνόρων. Την τρέχουσα περίοδο, η εσωτερική διάσταση αυτής της πολιτικής υλοποιείται από τρία χωριστά ταμεία: Το Ταμείο Ασύλου, Μετανάστευσης και Ένταξης (ΤΑΜΕΥ), το Ταμείο Εσωτερικής Ασφάλειας (ΤΕΑ) και το Μέσο Διαχείρισης Συνόρων και Θεωρήσεων (ΜΔΣΘ). Η εξωτερική διάσταση – οι εταιρικές σχέσεις με τρίτες χώρες, η στήριξη χωρών γειτονίας, η αντιμετώπιση των αιτίων της μετανάστευσης -χρηματοδοτείται από τα εργαλεία εξωτερικής δράσης του Πυλώνα ΙΙΙ. Η πρόταση της Επιτροπής ενοποιεί τον σχεδιασμό. Αυξάνει τον συνολικό φάκελο εντός των NRPP. Συνδέει τις εσωτερικές με τις εξωτερικές πτυχές της πολιτικής, αντιμετωπίζοντας τα αίτια της παράτυπης μετανάστευσης μέσα από συντονισμένες εταιρικές σχέσεις με τρίτες χώρες (Πυλώνας ΙΙΙ). Προωθεί κοινά σχέδια και δια-λειτουργικά συστήματα, ώστε να μειωθούν οι επικαλύψεις και να βελτιωθεί ο συντονισμός.
Συγκεκριμένα, οι πόροι που κατανέμονται στα Εθνικά και Περιφερειακά Σχέδια αυξάνονται από 22,7 σε 34,2 δισ. ευρώ, εκ των οποίων 25,3 δισ. ευρώ κατευθύνονται σε δράσεις υποδοχής, ένταξης, επιστροφών και ανθρωπιστικής προστασίας. Εκτός των NRPP, ο Πυλώνας Ι κατανέμει επιπλέον: 11,9 δισ. ευρώ για την ενίσχυση της Frontex και 3 δισ. ευρώ για τη νέα εντολή της Europol στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Στρατηγικής Εσωτερικής Ασφάλειας ProtectEU – με διεύρυνση αρμοδιοτήτων, προηγμένα εργαλεία ανάλυσης, ισχυρή πρόσβαση και ανταλλαγή δεδομένων, στενό συντονισμό με Frontex κ.λπ.
Συνολικά, η μετάβαση από διάσπαρτα εργαλεία σε ένα ενιαίο σχήμα προγραμματισμού και υλοποίησης μπορεί να μειώσει τις επικαλύψεις και να βελτιώσει την επιχειρησιακή αποτελεσματικότητα. Για χώρες πρώτης γραμμής, όπως η Ελλάδα, αυτό είναι κρίσιμο.
Μέσα σε αυτό το σύνθετο σκηνικό, ο Πυλώνας Ι είναι για την Ελλάδα ένα μεγάλο στοίχημα που μας υποχρεώνει να κάνουμε παράλληλα άλματα σε τρία επίπεδα: 1) στο επίπεδο της στρατηγικής. 2) στο επίπεδο της διακυβέρνησης, όπου πρέπει να ξαναδούμε από την αρχή τη διοικητική μας αρχιτεκτονική: τις διαχειριστικές και ελεγκτικές αρχές, τον ρόλο των περιφερειών, των δήμων, των αναπτυξιακών φορέων. 3) στο επίπεδο της κοινωνικής ευθύνης, γιατί ο Πυλώνας Ι δεν είναι μόνο δρόμοι, γέφυρες και αρδευτικά, αλλά και η κοινωνική διάσταση της Συνοχής, η κοινωνική αποστολή της ΚΑΠ κ.ά. Ο Πυλώνας Ι μάς θέτει και ένα βαθύτερο ερώτημα: θέλουμε μια Ευρώπη που απλώς διαχειρίζεται ανισότητες, κρίσεις και φόβους; Ή μια Ευρώπη που επενδύει συνειδητά σε μια ζωντανή περιφέρεια;
Αν στον Πυλώνα Ι χτυπά η καρδιά της συνοχής, στον Πυλώνα ΙΙ «Ανταγωνιστικότητα, ευημερία και ασφάλεια» βρίσκεται η μηχανή της ευρωπαϊκής ανταγωνιστικότητας. Εδώ μιλάμε για μια στρατηγική μετατόπιση του βάρους από τις υποδομές και τις παραδοσιακές πολιτικές, σε μια Ευρώπη που επενδύει επιθετικά στην έρευνα, στην καινοτομία, στην αμυντική και διαστημική βιομηχανία, στην ψηφιακή μετάβαση, στην υγεία. Κύριος βραχίονας του Πυλώνα είναι το νέο, ενιαίο Ευρωπαϊκό Ταμείο Ανταγωνιστικότητας (ECF).
Στην πρόταση της Επιτροπής, οι πόροι για την ανταγωνιστικότητα εκτινάσσονται από 132,8 δισ. ευρώ στην τρέχουσα περίοδο σε περίπου 409,3 δισ. ευρώ, με αιχμή το ECF και τον δανειακό μηχανισμό Catalyst Europe. Σε σύγκριση με το 2021–2027, όπου οι παρεμβάσεις ήταν κατανεμημένες σε πολλά και συχνά ασυντόνιστα μέσα, το νέο πλαίσιο επιδιώκει: ενοποίηση πόρων και κανόνων, μεγαλύτερη κλίμακα έργων, ταχύτερη υλοποίηση, μεγαλύτερη μόχλευση ιδιωτικών κεφαλαίων. Με άλλα λόγια, επιχειρεί να περάσει στη λογική ενός μεγάλου, στρατηγικού εργαλείου, όπου «συστεγάζονται» η έρευνα και η καινοτομία, το Ταμείο Καινοτομίας, τα ψηφιακά προγράμματα, τα εργαλεία για τις ΜμΕ, τα χρηματοπιστωτικά εργαλεία τύπου InvestEU, οι δράσεις για την υγεία και τη βιοοικονομία, αλλά και οι πολιτικές για την άμυνα και το διάστημα. Όλα εντάσσονται σε μία ενιαία «ομπρέλα» με μια πλήρη εργαλειοθήκη: επιχορηγήσεις, εγγυήσεις, δάνεια, ίδια κεφάλαια, blending. Ο Πυλώνας ΙΙ είναι λοιπόν το επενδυτικό σχέδιο της Ευρώπης για την ενίσχυση της παραγωγικής της βάσης, για την τεχνολογική της κυριαρχία και για την ασφάλεια των πολιτών της.
Η απόφαση να τριπλασιαστεί περίπου ο προϋπολογισμός για την ανταγωνιστικότητα εκπέμπει ένα ισχυρό πολιτικό μήνυμα: ότι η Ευρώπη αναγνωρίζει πως χωρίς ισχυρή παραγωγική και τεχνολογική βάση, ούτε η Ενιαία Αγορά μπορεί να σταθεί, ούτε η κοινωνική συνοχή, ούτε η πράσινη μετάβαση. Το νέο σχήμα υπόσχεται: έργα μεγαλύτερης κλίμακας, λιγότερες επικαλύψεις, πιο γρήγορες διαδικασίες, καλύτερη πρόσβαση σε χρηματοδότηση για επιχειρήσεις και οικοσυστήματα καινοτομίας. Όμως, η πρόταση δεν συνοδεύεται από ισοδύναμες ρυθμιστικές παρεμβάσεις για την εμβάθυνση της Ενιαίας Αγοράς, όπως εισηγούνται οι εκθέσεις Letta και Draghi, με την άρση των διοικητικών φραγμών και την ενοποίηση κρίσιμων αγορών (ενέργεια, χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες, ψηφιακές υπηρεσίες).
Επίσης, χωρίς πραγματική στήριξη των ΜμΕ και των λιγότερο ανεπτυγμένων οικοσυστημάτων, υπάρχει ο κίνδυνος το ECF να ενισχύσει τις ανισότητες, να κατευθύνει δυσανάλογα μεγάλους πόρους σε λίγα, ήδη ισχυρά οικοσυστήματα έρευνας και τεχνολογικής ανάπτυξης, να ενισχύσει περιφέρειες που διαθέτουν ήδη την ικανότητα να καταθέτουν ανταγωνιστικά project, να προσελκύουν ιδιωτικά κεφάλαια, να διαχειρίζονται πολύπλοκα χρηματοδοτικά εργαλεία. Δηλαδή, να μείνουν πίσω χώρες και περιοχές με πιο αδύναμες διοικητικές δομές, μικρότερα οικοσυστήματα καινοτομίας και μεγαλύτερη δυσκολία μόχλευσης ιδιωτικών κεφαλαίων. Με άλλα λόγια, αν δεν υπάρξει γεωγραφική ισορροπία, η ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας μπορεί να καταλήξει να είναι ανταγωνιστικότητα για τους λίγους. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν θα πρέπει να επενδύσουμε σοβαρά στην αναβάθμιση των ικανοτήτων μας στην ωρίμανση έργων, στο ανθρώπινο δυναμικό, στις συμπράξεις πανεπιστημίων-επιχειρήσεων-περιφερειών, στα clusters.
Η δεύτερη διάσταση του Πυλώνα ΙΙ είναι η άμυνα. Οι πόροι, αν και δεν εμφανίζονται σε μια διακριτή γραμμή του ΠΔΠ, αυξάνονται – από 13,2 δισ. ευρώ στην τρέχουσα περίοδο σε περίπου 131 δισ. ευρώ. Η αύξηση προέρχεται κυρίως: από το παράθυρο «Άμυνα και Διάστημα» του ECF, από τον Μηχανισμό «Συνδέοντας την Ευρώπη» (CEF) με δεσμευμένους πόρους για τη στρατιωτική κινητικότητα και από άλλα κεντρικά διαχειριζόμενα εργαλεία, όπως το Ευρωπαϊκό Ταμείο Άμυνας (EDF). Σε αντίθεση με το τρέχον ΠΔΠ, όπου η στήριξη βασιζόταν σε μικρότερης κλίμακας και αποσπασματικά μέσα, η νέα αρχιτεκτονική κλιμακώνει τις επενδύσεις στην αμυντική βιομηχανία, ενισχύει τις διαστημικές εφαρμογές, προωθεί τις κοινές προμήθειες, στηρίζει την έρευνα και ανάπτυξη σε τεχνολογίες αιχμής και χρηματοδοτεί τη στρατηγική αποθεματοποίηση κρίσιμων υλικών και υποδομών. Υπηρετεί έτσι τον στόχο της στρατηγικής αυτονομίας της Ευρώπης.
Για πρώτη φορά, μιλάμε για μια ευκαιρία συγκρότησης ισχυρής ευρωπαϊκής αμυντικής βάσης – όχι μόνο σε επίπεδο δαπανών, αλλά και σε επίπεδο βιομηχανίας, τεχνολογίας, καινοτομίας. Όμως η ουσιαστική απόδοση αυτής της προσπάθειας εξαρτάται από τρείς κρίσιμους παράγοντες: 1) Ενοποίηση της ζήτησης και κοινά πρότυπα. Χωρίς εναρμονισμένους κανόνες για ταχύτερες, διασυνοριακές προμήθειες, κινδυνεύουμε να αυξήσουμε τις δαπάνες χωρίς να αυξήσουμε αναλογικά την ικανότητα αποτροπής και άμυνας. 2) Γεωγραφική ισορροπία. Αν οι ροές συγκεντρωθούν σε λίγα ώριμα αμυντικά οικοσυστήματα, η Ευρώπη θα χωριστεί σε παραγωγούς ή συμπαραγωγούς και σε αγοραστές τεχνολογίας. 3) Συμπληρωματικότητα με τα NRPP του Πυλώνα Ι. Ιδίως στις τεχνολογίες και τους εξοπλισμούς διττής χρήσης – πολιτικής και στρατιωτικής – χρειάζεται συνέργεια: μεταξύ βιομηχανικής πολιτικής, περιφερειακής ανάπτυξης, εσωτερικής ασφάλειας και άμυνας. Αλλιώς, χάνεται η ευκαιρία βιομηχανικής και περιφερειακής ανάπτυξης με τους πόρους για την άμυνα.
Για την Ελλάδα, που βρίσκεται στην πρώτη γραμμή της γεωπολιτικής αστάθειας και έχει σημαντικές αμυντικές ανάγκες αλλά περιορισμένη ακόμη βιομηχανική βάση, ο Πυλώνας ΙΙ είναι ταυτόχρονα μια πρόκληση να επενδύσουμε σε συνεργασίες, συμπράξεις, εξειδικευμένες ικανότητες και μια πρόσκληση να αξιοποιήσουμε τη γεωγραφική μας θέση, τις Ένοπλες Δυνάμεις, την τεχνολογική κοινότητα, ως μέσο συμμετοχής σε ευρωπαϊκές αλυσίδες αξίας στον τομέα της άμυνας και της ασφάλειας.
Αν στον Πυλώνα Ι χτυπά η καρδιά της ευρωπαϊκής συνοχής και στον Πυλώνα ΙΙ δουλεύει η μηχανή της ευρωπαϊκής ανταγωνιστικότητας, στον Πυλώνα ΙΙΙ «Παγκόσμια Ευρώπη» βρίσκεται η φωνή της Ευρώπης προς τον υπόλοιπο κόσμο. Είναι το σημείο όπου η Ένωση αποφασίζει πώς στέκεται απέναντι στους γείτονες, στους εταίρους, στους αντιπάλους της – απέναντι σε έναν κόσμο γεμάτο κρίσεις, αλλά και γεμάτο ευκαιρίες και δυνατότητες. Ο Πυλώνας ΙΙΙ διαθέτει ανώτατο όριο δαπανών 215,2 δισ. ευρώ – περίπου 10,8% του νέου ΠΔΠ. Δεν είναι ο μεγαλύτερος σε μέγεθος. Είναι, όμως, ο πιο καθοριστικός για το πώς η Ευρώπη αντιλαμβάνεται τον ρόλο της: ως δύναμη ειρήνης, ανάπτυξης, δικαιωμάτων – αλλά και ως γεωπολιτικός δρών με συμφέροντα, προτεραιότητες και στρατηγική.
Κύριος βραχίονας του Πυλώνα ΙΙΙ είναι το ενιαίο μέσο «Γειτονία, Ανάπτυξη και Διεθνής Συνεργασία – Παγκόσμια Ευρώπη» (Global Europe), με προϋπολογισμό 200,3 δισ. ευρώ, δηλαδή το 93% του Πυλώνα. Με έναν μόνο Κανονισμό, η Ευρώπη συγκεντρώνει σχεδόν όλα τα μέσα εξωτερικής δράσης κάτω από μια ομπρέλα: ένα εργαλείο ευέλικτο, προσανατολισμένο στον αντίκτυπο, ικανό να μεταφέρει πόρους γρήγορα εκεί όπου οι ανάγκες και οι πολιτικές προτεραιότητες μεταβάλλονται.
Στον πυρήνα αυτού του μηχανισμού βρίσκεται το Ευρωπαϊκό Ταμείο για τη Βιώσιμη Ανάπτυξη, το EFSD+. Πρόκειται για μια ισχυρή πλατφόρμα συνδυασμού επιχορηγήσεων, εγγυήσεων και δανείων που μειώνει τον επενδυτικό κίνδυνο και κινητοποιεί ιδιωτικά και δημόσια κεφάλαια σε έργα υψηλής αναπτυξιακής αξίας: ενέργεια και διασυνδέσεις, ψηφιακά δίκτυα, στήριξη ΜμΕ, πράσινη μετάβαση, υγεία, αγροδιατροφή. Οι εκταμιεύσεις μπορούν να συνδέονται με ορόσημα μεταρρυθμίσεων – από τη βελτίωση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος έως τη διαχείριση συνόρων και τις πολιτικές επιστροφών και επανένταξης – ενώ παρέχεται και τεχνική βοήθεια, ώστε οι εταίροι να μπορούν πράγματι να υλοποιήσουν τις δεσμεύσεις τους. Δεν μιλάμε, λοιπόν, για κλασική «αναπτυξιακή βοήθεια», αλλά για ένα σύνθετο εργαλείο που επιχειρεί να βγάλει την Ευρώπη έξω από τα σύνορά της με επενδύσεις, με εγγυήσεις, με πραγματική παρουσία στο πεδίο.
Οι πόροι του Πυλώνα ΙΙΙ κατευθύνονται κυρίως σε τρίτες χώρες της ευρωπαϊκής γειτονιάς, στην Υποσαχάρια Αφρική, την Ασία και τον Ειρηνικό, τη Βόρεια και Νότια Αμερική και την Καραϊβική, τη Μέση Ανατολή, τη Βόρεια Αφρική και τον Περσικό Κόλπο. Από αυτούς, 25 δισ. ευρώ προορίζονται ειδικά για ανθρωπιστική βοήθεια. Σε έναν κόσμο με πολέμους από την Ουκρανία μέχρι τη Μέση Ανατολή, με κλιματικές καταστροφές, λιμούς και εκτοπισμένους, αυτό το σκέλος είναι το ηθικό χρέος του ευρωπαϊκού προϋπολογισμού.
Ο τρόπος προγραμματισμού είναι εξίσου φιλόδοξος. Οι πόροι οργανώνονται σε τέσσερις βασικές κατηγορίες: 1) γεωγραφικά προγράμματα, 2) θεματικά προγράμματα, 3) μηχανισμό ταχείας απόκρισης και 4) αποθεματικό για αναδυόμενες προκλήσεις. Τα γεωγραφικά προγράμματα διαρθρώνονται σε πέντε μεγάλους περιφερειακούς πυλώνες: 1) Ευρώπη, 2) Μέση Ανατολή-Βόρεια Αφρική-Περσικός, 3) Υποσαχάρια Αφρική, Ασία και Ειρηνικός, 4) Βόρεια-Νότια Αμερική και Καραϊβική και 5) έναν παγκόσμιο πυλώνα για πρωτοβουλίες καθολικής εμβέλειας. Κάθε πυλώνας έχει ένα προγραμματιζόμενο και ένα μη προγραμματιζόμενο σκέλος, για να συνδυάζονται μακροπρόθεσμες στρατηγικές με ευελιξία απέναντι σε κρίσεις.
Τα κονδύλια εξειδικεύονται μέσω Πολυετών Ενδεικτικών Προγραμμάτων (MIP’s) ανά χώρα-εταίρο, περιφέρεια ή θεματικό τομέα, τα οποία συνδιαμορφώνουν η Επιτροπή, η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Εξωτερικής Δράσης, τα κράτη-μέλη και η ίδια η χώρα-εταίρος. Σε κάθε MIP ορίζονται στρατηγικές προτεραιότητες, αναμενόμενα αποτελέσματα, δείκτες, ενδεικτικοί προϋπολογισμοί, μέσα υλοποίησης και πλαίσιο παρακολούθησης με ορόσημα και ενδιάμεσες αναθεωρήσεις.
Αξίζει να σημειώσω ότι τα υπόλοιπα 14,9 δισ. ευρώ του Πυλώνα ΙΙΙ κατανέμονται σε κρίσιμες γραμμές: 3,4 δισ. για την Κοινή Εξωτερική Πολιτική και Πολιτική Ασφάλειας, 1 δισ. για τις υπερπόντιες χώρες και εδάφη συμπεριλαμβανομένης της Γροιλανδίας, 1,3 δισ. για τις Συμφωνίες Βιώσιμης Αλιευτικής Σύμπραξης και τους Περιφερειακούς Οργανισμούς Διαχείρισης Αλιείας, 1,1 δισ. για λοιπές δράσεις, καθώς και ένα δημοσιονομικό περιθώριο 8 δισ. ευρώ.
Παράλληλα, εκτός ΠΔΠ, ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός για την Ειρήνη προσθέτει 30,5 δισ. ευρώ στην εξωτερική δράση της Ένωσης, ιδίως στον τομέα της άμυνας και της ασφάλειας.
Συνολικά, ο Πυλώνας ΙΙΙ είναι η οργανωμένη προσπάθεια να αποκτήσει η Ευρώπη ένα ενιαίο, συνεκτικό στρατηγικό αποτύπωμα στον πλανήτη. Να συνδέσει τη βοήθεια με την ανάπτυξη, την ανάπτυξη με την ειρήνη, την ειρήνη με την ανθρώπινη ασφάλεια. Αυτή είναι η λογική της σύνδεσης ανθρωπιστικής βοήθειας – ανάπτυξης – ειρήνης, του λεγόμενου Humanitarian–Development–Peace Nexus, που αποτυπώνεται στην ορολογία του Πυλώνα.
Όμως ο Πυλώνας ΙΙΙ δεν είναι αποκομμένος από τα μεγάλα διλήμματα της εποχής. Οι ρήτρες επίδοσης που συνδέονται με τη διαχείριση συνόρων ή τις επιστροφές και επανεντάξεις, οι συμφωνίες με χώρες διέλευσης προσφύγων και μεταναστών, η χρήση της αναπτυξιακής συνεργασίας ως μοχλού για τη μετανάστευση – όλα αυτά δημιουργούν μια λεπτή ισορροπία ανάμεσα στο συμφέρον και στις αξίες της Ευρώπης.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται και η πολιτική πρόκληση για την Ελλάδα. Είμαστε χώρα στα εξωτερικά σύνορα της Ένωσης, στη συμβολή Ευρώπης-Ασίας-Αφρικής. Μια χώρα με ιστορικούς δεσμούς με τα Βαλκάνια, την Ανατολική Μεσόγειο, τη Μέση Ανατολή, τη Μαύρη Θάλασσα. Μια χώρα που βιώνει τα προσφυγικά και μεταναστευτικά ρεύματα, που συμμετέχει σε επιχειρήσεις της Κοινής Πολιτικής Ασφάλειας και Άμυνας, που έχει ισχυρή εμπορική και ναυτιλιακή παρουσία σε όλες τις θάλασσες του κόσμου.
Για εμάς, ο Πυλώνας ΙΙΙ δεν είναι μόνο η «παγκόσμια Ευρώπη» ως αφηρημένη έννοια, αλλά το πώς η Ευρώπη θα σταθεί στη δική μας γειτονιά. Είναι το πώς θα στηριχθούν πραγματικά οι χώρες των Δυτικών Βαλκανίων, ώστε η προενταξιακή πορεία τους να είναι αξιόπιστη. Είναι το πώς θα διαμορφωθούν οι εταιρικές σχέσεις με την Αίγυπτο, τον Λίβανο, την Ιορδανία, τις χώρες της Βόρειας Αφρικής, ώστε οι συμφωνίες για το μεταναστευτικό να είναι δίκαιες, να σέβονται τα δικαιώματα, να μοιράζουν την ευθύνη. Είναι το πώς θα στηριχθούν οι κοινωνίες της Υποσαχάριας Αφρικής που βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της κλιματικής κρίσης, πριν η απελπισία μετατραπεί σε ανεξέλεγκτη μετακίνηση ανθρώπων. Είναι το πώς θα συνδεθεί η ανθρωπιστική βοήθεια σε εμπόλεμες ζώνες πολέμου με προοπτικές ειρήνης και ανασυγκρότησης – από την Ουκρανία και τη Γάζα έως την τεράστια γεωγραφική ζώνη Sahel στην Αφρική, η οποία απλώνεται από τον Ατλαντικό Ωκεανό ως την Ερυθρά Θάλασσα και περιλαμβάνει χώρες όπως η Μαυριτανία, το Μάλι, ο Νίγηρας, το Τσαντ, το Σουδάν κ.ά. – μια ημίξηρη περιοχή, με μεγάλες κλιματικές μεταβολές, ξηρασίες, ερημοποίηση που αντιμετωπίζει σοβαρές προκλήσεις, όπως η φτώχεια, η τρομοκρατία και οι μετακινήσεις πληθυσμών.
Ο Πυλώνας ΙΙΙ θέτει εμμέσως τρία ερωτήματα: 1) τι σημαίνει «ευρωπαϊκό συμφέρον»; Αν το δούμε στενά, μπορεί να μεταφραστεί σε περισσότερο έλεγχο συνόρων και ασφάλεια. Αν το δούμε ευρύτερα, σημαίνει επενδύσεις σε σταθερότητα, σε βιώσιμη ανάπτυξη, σε θεσμούς, σε κράτος δικαίου ώστε οι άνθρωποι να έχουν μέλλον στις χώρες τους. Πλέον, διατίθενται τα εργαλεία για αυτή τη δεύτερη προσέγγιση. 2) πώς συνδέουμε τις ευρωπαϊκές αξίες με τα εργαλεία αυτά; Μέσω των MIP’s, των συμφωνιών με τις κυβερνήσεις-εταίρους, μέσω τις παρακολούθησης των έργων ; 3) ποια θέση διεκδικεί η Ελλάδα; Θα είμαστε συμπαραγωγοί της στρατηγικής αξιοποιώντας την εμπειρία μας από τα Βαλκάνια, την Ανατολική Μεσόγειο, την προσφυγική κρίση, τη ναυτιλία, την αλιεία, την ενέργεια, τη διασύνδεση δικτύων, τη διαχείριση θαλάσσιων ζωνών.
Από τη σκοπιά της διαπραγμάτευσης, ο Πυλώνας ΙΙΙ θέτει κατά τη γνώμη μου τέσσερα κρίσιμα ζητήματα: 1) την υπεράσπιση ενός επαρκούς προϋπολογισμού για την εξωτερική δράση και ιδιαίτερα για την ανθρωπιστική βοήθεια. Σε ένα περιβάλλον δημοσιονομικής πίεσης, ο πειρασμός να αντιμετωπιστεί η ανθρωπιστική βοήθεια ως «εύκολη» πηγή περικοπών θα είναι μεγάλος. Οφείλουμε να αντισταθούμε όχι μόνο για λόγους αξιών, αλλά και γιατί κάθε ευρώ που επενδύουμε σήμερα στην πρόληψη κρίσεων, εξοικονομεί πολλαπλάσια κόστη αύριο. 2) την ανάδειξη της Μεσογείου και της γειτονιάς μας σε σαφή γεωγραφική προτεραιότητα. Μαζί με άλλες μεσογειακές χώρες μπορούμε να προωθήσουμε μια ευρωμεσογειακή ατζέντα στο πλαίσιο του Global Europe, με έμφαση στην κλιματική προσαρμογή, τη γαλάζια οικονομία, την ενέργεια, τη νεολαία, τα πανεπιστήμια, την κινητικότητα, την πολιτιστική διπλωματία. 3) την ένταξη των εταιρικών σχέσεων για το μεταναστευτικό σε ευρύτερα πακέτα ανάπτυξης, επενδύσεων, θεσμικής ενίσχυσης και σεβασμού δικαιωμάτων. 4) τη σύνδεση του Πυλώνα ΙΙΙ με τους υπόλοιπους Πυλώνες. Δεν υπάρχει «παγκόσμια Ευρώπη» χωρίς εσωτερική συνοχή και ανταγωνιστική οικονομία. Όταν επενδύουμε στην απανθρακοποίηση της ευρωπαϊκής βιομηχανίας (Πυλώνας ΙΙ), οφείλουμε να βλέπουμε ταυτόχρονα τις επιπτώσεις στις χώρες από τις οποίες εισάγουμε πρώτες ύλες (Πυλώνας ΙΙΙ). Όταν στηρίζουμε τους αγρότες μας (Πυλώνας Ι), έχουμε ευθύνη για το πώς οι εμπορικές μας πολιτικές επηρεάζουν τους μικρούς παραγωγούς σε τρίτες χώρες (Πυλώνας ΙΙΙ).
Ο Πυλώνας ΙΙΙ μάς καλεί να ξαναδιατυπώσουμε το ευρωπαϊκό αφήγημα προς τον κόσμο. Να πούμε ότι η Ευρώπη είναι έτοιμη να δεσμεύσει πόρους, να μοιραστεί τεχνογνωσία, να αναλάβει πολιτικό ρίσκο για ειρήνη και ανάπτυξη. Ότι θα υπερασπιστεί το Διεθνές Δίκαιο, τα ανθρώπινα δικαιώματα, το ανθρωπιστικό δίκαιο, όχι μόνο όταν την βολεύει, αλλά και όταν αυτό είναι δύσκολο. Η Ελλάδα θα είναι στην πρώτη γραμμή της συζήτησης αυτής γιατί γνωρίζει τι θα πει να ζεις σε μια περιοχή γεωπολιτικής αστάθειας. Γιατί γνωρίζει τι θα πει να εξαρτάται η ευημερία σου από το ανοιχτό εμπόριο, τις θαλάσσιες οδούς, τη διεθνή συνεργασία.
Συμπερασματικά, ο Πυλώνας Ι μας καλεί να κάνουμε την Ευρώπη πιο δίκαιη στο εσωτερικό της. Ο Πυλώνας ΙΙ μας καλεί να την κάνουμε πιο δυνατή οικονομικά και τεχνολογικά. Ο Πυλώνας ΙΙΙ μας καλεί να την κάνουμε πιο υπεύθυνη απέναντι στον κόσμο.
Αγαπητές φίλες, αγαπητοί φίλοι,
Η πρόταση της Επιτροπής έχει ήδη προκαλέσει έντονες αντιδράσεις. Οι «φιλόδοξοι» υπερασπίζονται τη Συνοχή και την ΚΑΠ, ζητούν ειδικά καθεστώτα για περιοχές με μόνιμα μειονεκτήματα και γεωγραφική ισορροπία στο Ευρωπαϊκό Ταμείο Ανταγωνιστικότητας. Οι «φειδωλοί» επιδιώκουν συγκράτηση δαπανών, απορρίπτουν νέους φορολογικούς Ίδιους Πόρους, ζητούν αυστηρά ορόσημα και μεγαλύτερο βάρος σε εθνικά εργαλεία, ενώ βλέπουν θετικά το Ταμείο Ανταγωνιστικότητας. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο θέλει πιο φιλόδοξο ΠΔΠ. Υπερασπίζεται τη Συνοχή και την ΚΑΠ, ζητά ενισχυμένη λογοδοσία, ρόλο των αιρετών οργάνων, κοινωνικά δίκαιους Ίδιους Πόρους. Το Συμβούλιο επιδιώκει η Πολιτική Συνοχής να παραμείνει στο επίκεντρο, με έμφαση στις λιγότερο ανεπτυγμένες περιοχές, αλλά ζητά μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα. Η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και η Επιτροπή των Περιφερειών υπερασπίζονται την εδαφική διάσταση, την πολυεπίπεδη διακυβέρνηση και την ουσιαστική συμμετοχή περιφερειών, ΟΤΑ και εταίρων.
Ας δούμε τι λένε και οι πολίτες. Ένα τυχαίο, αλλά αντιπροσωπευτικό δείγμα, επιλεγμένο από την Επιτροπή, είπε καθαρά τι περιμένει από τον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό: να ενισχύει τη συνοχή, να εγγυάται την αλληλεγγύη, να μειώνει τις ανισότητες με προτεραιότητα στους πιο ευάλωτους, να προτάσσει τη βιωσιμότητα, την προστασία του περιβάλλοντος και της βιοποικιλότητας, να ενδυναμώνει την ανταγωνιστικότητα με σεβασμό στις περιφερειακές ανάγκες, να επιτρέπει ταχεία δράση σε κρίσεις και ευκαιρίες, να προάγει τη στρατιωτική συνεργασία και τις κοινές αμυντικές δυνατότητες, να προωθεί ολιστικές πολιτικές μετανάστευσης και ένταξης με σεβασμό στα δικαιώματα και δίκαιη κατανομή ευθυνών, να διασφαλίζει διαφάνεια και λογοδοσία, να συνδυάζει αποκέντρωση με ισχυρό ευρωπαϊκό έλεγχο, να βελτιώνει την επικοινωνία με τους πολίτες και, συνολικά, να εξασφαλίζει αποδοτικότητα και μετρήσιμα αποτελέσματα. Αυτή είναι η πυξίδα. Όχι των ειδικών, αλλά των ανθρώπων. Το καίριο ερώτημα, όμως, είναι αν η Ένωση μπορεί, με περιορισμένα δημοσιονομικά μέσα και χωρίς αναθεώρηση των Συνθηκών, να υλοποιήσει αυτές τις συστάσεις μέσα από κοινές πολιτικές, ιδίως σε πεδία εθνικής κυριαρχίας όπως η άμυνα, η ασφάλεια και η μετανάστευση;
Σε όλα αυτά, υπάρχει μια κοινή συνισταμένη: κανείς Ευρωπαίος δεν πρέπει να μένει στο περιθώριο και ότι όλοι οφείλουν να έχουν ισότιμη πρόσβαση στα χρηματοδοτικά εργαλεία.
Ο διετής κύκλος διαβουλεύσεων και διαπραγματεύσεων για την έγκριση του ΠΔΠ έχει ξεκινήσει. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο παραμένει το κεντρικό πεδίο αντιπαράθεσης, καθώς η έγκριση του ΠΔΠ και της Απόφασης για τους Ίδιους Πόρους απαιτεί ομοφωνία. Ιδανικά, η συμφωνία πρέπει να επιτευχθεί έως τις αρχές του 2027, ώστε να υπάρξει χρόνος για έγκριση νομοθετικών πράξεων και προγραμμάτων και να τεθεί το ΠΔΠ σε εφαρμογή από 1.1.2028.Το β’ εξάμηνο του 2027, η χώρα μας αναλαμβάνει την Προεδρία του Συμβουλίου. Αν η συμφωνία δεν έχει κλείσει νωρίτερα, θα κληθούμε εμείς να οδηγήσουμε την Ένωση στην τελική ευθεία. Αυτό δεν είναι μόνο τιμή, αλλά ευθύνη και ευκαιρία.
Στις 15 Σεπτεμβρίου, η Ελλάδα, απαντώντας σε θεματικό ερωτηματολόγιο της Προεδρίας δήλωσε ότι μπορεί να στηρίξει τη δέσμη των προτάσεων της Επιτροπής υπό σαφείς προϋποθέσεις: 1) Προβλεψιμότητα στους πόρους και τις κατανομές. 2) Συναρμογή του μετασχηματισμού με την Πολιτική Συνοχής και θωράκιση του στόχου της σύγκλισης. 3) Διατήρηση της ΚΑΠ ως σταθεροποιητικού και αναπτυξιακού πυλώνα. 4) Διατήρηση των επιχορηγήσεων όπου είναι αναγκαίες ή δεν επιτυγχάνεται μόχλευση. 5) Διασφάλιση γεωγραφικής ισορροπίας στα μέσα άμεσης διαχείρισης και ισότιμη συμμετοχή στους κοινούς μηχανισμούς αποθεματοποίησης και προμηθειών. 6) Ενίσχυση της λογοδοσίας στη διακυβέρνηση του Ευρωπαϊκού Ταμείου Ανταγωνιστικότητας και σαφής συμπληρωματικότητα προς το Horizon Europe. 7) Διαμόρφωση ενός δίκαιου, επαρκούς και προβλέψιμου συστήματος νέων Ίδιων Πόρων, με διορθωτικούς μηχανισμούς όπου προκύπτουν αναδιανεμητικές ασυμμετρίες ή πλήγμα στην ανταγωνιστικότητα.
Το στοίχημα για την Ελλάδα είναι διπλό: Να προστατεύσει τις παραδοσιακές πολιτικές σύγκλισης και να αξιοποιήσει τις νέες προτεραιότητες προσερχόμενη στη διαπραγμάτευση όχι ως καθαρός αποδέκτης των ενισχύσεων, αλλά ως συμμέτοχος στη διαμόρφωση ενός κοινού ευρωπαϊκού σχεδίου, που απαντά στις ανησυχίες των πολιτών που θέλουν μια Ευρώπη που δεν αφήνει κανέναν πίσω, που σέβεται τα δικαιώματα και μοιράζει δίκαια τις ευθύνες, που επενδύει στη γνώση, στην καινοτομία, στην πράσινη μετάβαση, που είναι ισχυρή προς τα έξω και δίκαιη προς τα μέσα.
Αν το πετύχουμε αυτό, τότε η Προεδρία μας το 2027, ο εθνικός φάκελος των 49,2 δισ. ευρώ, οι δύσκολες έννοιες των οροσήμων, των δεικτών, θα πάψουν να είναι τεχνικά ζητήματα για λίγους. Θα γίνουν τα εργαλεία με τα οποία: οι περιφέρειες μας θα πλησιάσουν πραγματικά τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, οι αγρότες μας θα έχουν μέλλον σε μια πράσινη, ανταγωνιστική γεωργία, οι νέοι μας θα βρίσκουν προοπτική εδώ, οι επιχειρήσεις μας θα γίνουν μέρος ευρωπαϊκών αλυσίδων αξίας και η χώρα μας θα αξιοποιήσει τη στρατηγική γεωγραφική της θέση. Με άλλα λόγια: θα γίνουν τα μέσα για να οικοδομήσουμε μια Ευρώπη που ανταποκρίνεται στην εντολή των πολιτών της. Μια Ευρώπη συνοχής, αλληλεγγύης, βιωσιμότητας, ανταγωνιστικότητας, ασφάλειας και δημοκρατίας.