Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παρουσίασε τον Ιούλιο του 2025 την πρότασή της για το νέο Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ύψους 1,985 τρισ. ευρώ σε τρέχουσες τιμές, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 1,26% του Ακαθαρίστου Εγχωρίου Εισοδήματος της Ένωσης.
Όλοι αντιλαμβανόμαστε ότι η διαπραγμάτευση για το τελικό ύψος των πόρων και για την κατανομή τους μεταξύ κρατών-μελών, πολιτικών και προγραμμάτων, αφορά κάτι πολύ ευρύτερο από μια λογιστική προσέγγιση του ευρωπαϊκού προϋπολογισμού. Αφορά το είδος της Ευρώπης που οι ηγεσίες θέλουν να χρηματοδοτήσουν μέσα σε έναν κόσμο πιο ασταθή, πιο ανταγωνιστικό και πιο αβέβαιο. Μιας Ευρώπης σύγκλισης, συνοχής και ισορροπίας, αλλά και μιας Ευρώπης στην οποία όλα τα κράτη-μέλη θα έχουν ισότιμη πρόσβαση στα νέα χρηματοδοτικά μέσα προς τα οποία μετατοπίζεται το κέντρο βάρους των προτεραιοτήτων: άμυνα, ανταγωνιστικότητα, τεχνολογική αυτονομία, ενεργειακή ανθεκτικότητα, ετοιμότητα, πράσινη και ψηφιακή μετάβαση, βιομηχανική ισχύς, κλιματική προσαρμογή, δημογραφική βιωσιμότητα και διαχείριση κρίσεων.
Η μετατόπιση αυτή είναι απολύτως κατανοητή από πολιτική σκοπιά, καθώς η Ευρώπη δεν μπορεί να αγνοήσει τις νέες προκλήσεις που καλείται να αντιμετωπίσει στους παραπάνω τομείς. Δεν μπορεί όμως να απαντήσει σε αυτές αποδυναμώνοντας τον πυλώνα της σύγκλισης που επιδιώκουν βασικές κοινές πολιτικές της Ένωσης όπως η Πολιτική Συνοχής και η ΚΑΠ.
Ως προς το μέγεθος του προϋπολογισμού. Η πρόταση της Επιτροπής εμφανίζεται φιλόδοξη μεν σε τρέχουσες τιμές, αλλά η πραγματική της δυνατότητα περιορίζεται από το εύρος των νέων αναγκών που προανέφερα αλλά και από την εξυπηρέτηση του χρέους του Ταμείου Ανάκαμψης (NextGenerationEU), η οποία εντάσσεται στον προϋπολογισμό με το ποσό των 168 δισ. ευρώ. Μόλις την Παρασκευή, εδώ στην Αθήνα, ο Πρωθυπουργός και ο Πρόεδρος Μακρόν έθεσαν με σαφήνεια το ίδιο δίλημμα: αν η Ευρώπη θέλει να χρηματοδοτήσει τις νέες προτεραιότητες, δεν μπορεί ταυτόχρονα να ξεκινά την αποπληρωμή του Ταμείου Ανάκαμψης με τρόπο που μειώνει τους διαθέσιμους πόρους της επόμενης περιόδου. Γι’ αυτό έθεσαν την ανάγκη επιμήκυνσης της αποπληρωμής του κοινού χρέους ή νέων ευρωπαϊκών εκδόσεων, ώστε ο προϋπολογισμός να μη γίνει μικρότερος ακριβώς τη στιγμή που οι κοινές ευρωπαϊκές ανάγκες γίνονται μεγαλύτερες.
Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ζητεί ένα ΠΔΠ στο 1,27% του ΑΕΕ της Ένωσης χωρίς την εξυπηρέτηση του χρέους, δηλαδή περίπου 1,38% εάν συνυπολογιστεί και αυτή. Η ουσία, όμως, είναι ότι δεν μπορεί η Ευρώπη να προσθέτει διαρκώς νέες προτεραιότητες και ταυτόχρονα να αντιμετωπίζει τον προϋπολογισμό σαν να βρισκόμαστε σε μια κανονικότητα που έχει πλέον παρέλθει.
Και εδώ βρίσκεται το πραγματικό δίλημμα. Αν η Ένωση θα βρει μια ισορροπία μεταξύ των νέων ιδίων πόρων, των εθνικών συνεισφορών και μιας λελογισμένης συγκράτησης των δαπανών, χωρίς όμως να θιγούν οι εμβληματικές πολιτικές που παραδοσιακά συγκροτούν τον ευρωπαϊκό συμβιβασμό. Η συζήτηση δεν μπορεί να γίνεται με όρους πολιτικής φιλοδοξίας από τη μία και δημοσιονομικής άρνησης από την άλλη.
Η Επιτροπή, στην παρουσίασή της προς την Επιτροπή Μονίμων Αντιπροσώπων ΙΙ, υπογράμμισε ότι η ταυτόχρονη κάλυψη όλων των αναγκών είναι εφικτή μόνο εφόσον υπάρξουν νέοι ίδιοι πόροι και προσαρμογές στο ισχύον σύστημα, με εκτιμώμενη απόδοση 65,6 δισ. ευρώ ετησίως σε τρέχουσες τιμές. Παράλληλα, παρουσίασε σενάρια δημοσιονομικής συρρίκνωσης σε περίπτωση που δεν εξευρεθούν πρόσθετοι πόροι. Στο πρώτο σενάριο, με σταθερές συνεισφορές και χωρίς νέους ίδιους πόρους, το μέγεθος του ΠΔΠ θα μειωνόταν κατά 664 δισ. ευρώ.
Αυτή η συζήτηση ανέδειξε και τη βασική πολιτική διαχωριστική γραμμή μεταξύ των κρατών-μελών. Οι Φίλοι της Συνοχής αποκλείουν περικοπές στην Πολιτική Συνοχής και την ΚΑΠ και εμφανίζονται, σε μεγάλο βαθμό, διατεθειμένοι να εξετάσουν αύξηση των συνεισφορών τους βάσει ΑΕΕ. Αντίθετα, τα λεγόμενα φειδωλά κράτη-μέλη πιέζουν προς οριζόντιες περικοπές, απορρίπτουν την προσφυγή σε κοινό δανεισμό και δεν δέχονται τη μετακύλιση της αποπληρωμής του χρέους. Η Γερμανία, από την πλευρά της, έχει αντιταχθεί στην αύξηση της εθνικής της συνεισφοράς και εισηγείται μείωση του συνολικού μεγέθους του προϋπολογισμού.
Η εμπειρία των τελευταίων ετών έχει δείξει ότι η Ένωση χρειάζεται όχι μόνο προβλέψιμες πολιτικές χρηματοδότησης, αλλά και μηχανισμούς ταχείας αντίδρασης απέναντι σε κρίσεις που δεν μπορούν να προβλεφθούν πλήρως κατά τον χρόνο κατάρτισης του ΠΔΠ.
Η πρόταση λοιπόν της Επιτροπής επιδιώκει δύο αλληλένδετους στόχους. Ο πρώτος είναι η ενίσχυση της στρατηγικής αυτονομίας της Ένωσης. Ο δεύτερος είναι η αντιμετώπιση των διαρθρωτικών αδυναμιών της, ώστε να μπορεί να ανταποκρίνεται ταχύτερα, πιο συντονισμένα και πιο αποτελεσματικά στις κρίσεις και στις νέες προκλήσεις.
Στην ουσία, πρόκειται για μια προσπάθεια αναδιάταξης του τρόπου με τον οποίο πρέπει να ιεραρχεί τις ανάγκες της, να οργανώνει τα χρηματοδοτικά της εργαλεία και να στηρίζει τις κοινές της προτεραιότητες: από τη μία πλευρά, τις παραδοσιακές πολιτικές που την κράτησαν ενωμένη, όπως η Συνοχή και η ΚΑΠ, και από την άλλη, τις νέες στρατηγικές προτεραιότητες της ανταγωνιστικότητας, της άμυνας, της ανθεκτικότητας και της ετοιμότητας.
Η διαφορετική αυτή λογική αποτυπώνεται πρώτα στην αρχιτεκτονική του προϋπολογισμού.
Οι επτά τομείς πολιτικής της τρέχουσας προγραμματικής περιόδου περιορίζονται σε τέσσερα μεγάλα Κεφάλαια στα οποία εντάσσονται ενοποιημένα ταμεία και προγράμματα που θα λειτουργούν με κοινούς κανόνες. Η κατεύθυνση είναι λιγότερος κατακερματισμός, ισχυρότερη σύνδεση της χρηματοδότησης με στόχους, επιδόσεις και αποτελέσματα και περισσότερη ευελιξία. Η ευελιξία είναι πράγματι αναγκαία σε μια Ευρώπη που, πέραν της πανδημίας, αντιμετώπισε και αντιμετωπίζει ενεργειακή κρίση, πληθωρισμό, πόλεμο, φυσικές καταστροφές, μεταναστευτικές πιέσεις και νέες γεωπολιτικές προκλήσεις.
Στο Κεφάλαιο 1 της πρότασης εντάσσονται οι πολιτικές συνοχής, γεωργίας και αγροτικής ανάπτυξης, αλιείας και εσωτερικής ασφάλειας, με συνολικό ποσό 1,062 τρισ. ευρώ, δηλαδή 54% του νέου ΠΔΠ.
Το Κεφάλαιο 2 αφορά την ανταγωνιστικότητα, την ευημερία και την ασφάλεια, με 590 δισ. ευρώ, δηλαδή 30% του συνόλου. Στο Κεφάλαιο αυτό εντάσσονται το νέο Ευρωπαϊκό Ταμείο Ανταγωνιστικότητας, μαζί με το Horizon Europe, ο Μηχανισμός «Συνδέοντας την Ευρώπη», το Erasmus+, η πολιτική προστασία, η υγεία, η άμυνα και οι τεχνολογίες αιχμής διττής χρήσης, εκφράζοντας τη νέα ανάγκη της Ευρώπης να ενισχύσει την παραγωγική και τεχνολογική της βάση.
Το Κεφάλαιο 3 καλύπτει την εξωτερική δράση και τη διεύρυνση της Ένωσης, με 215 δισ. ευρώ, δηλαδή 11% του νέου ΠΔΠ και προσθέτει στο ΠΔΠ τη γεωπολιτική του διάσταση.
Το Κεφάλαιο 4 αφορά τη διοίκηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης και αντιστοιχεί περίπου στο 6% του συνολικού προϋπολογισμού.
Η υλοποίηση θα ακολουθήσει διαφορετικά σχήματα διαχείρισης, ανάλογα με τη φύση κάθε πολιτικής. Στο Κεφάλαιο 1 θα κυριαρχεί η επιμερισμένη διαχείριση, δηλαδή η συν-διαχείριση με τα κράτη-μέλη. Στα Κεφάλαια 2 και 3, όπου βρίσκονται κυρίως οι οριζόντιες ευρωπαϊκές προτεραιότητες, κεντρικό ρόλο θα έχει η άμεση διαχείριση από την Επιτροπή. Για πιο εξειδικευμένα χρηματοδοτικά μέσα θα αξιοποιείται και η έμμεση διαχείριση, μέσω της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων και διεθνών οργανισμών.
Η δεύτερη μεγάλη αλλαγή αφορά τη διακυβέρνηση, τη διαφάνεια και τον έλεγχο.
Η Επιτροπή επιχειρεί να δημιουργήσει ένα ενιαίο πλαίσιο παρακολούθησης και λογοδοσίας για όλα τα χρηματοδοτικά μέσα. Για πρώτη φορά, οι πράσινες και οι κοινωνικές δαπάνες θα παρακολουθούνται με συστηματικό και ενιαίο τρόπο σε ολόκληρο το ΠΔΠ.
Παράλληλα, θα δημοσιεύεται μία ετήσια ενοποιημένη έκθεση διαχείρισης και επιδόσεων, ενώ θα λειτουργεί μια ενιαία πύλη ανοικτών δεδομένων, με πληροφορίες για την υλοποίηση, τους δείκτες, τους δικαιούχους, τις πράξεις και τις διαθέσιμες ευκαιρίες χρηματοδότησης, με αυτόματη τροφοδότηση δεδομένων από τα κράτη-μέλη.
Το όλο πλαίσιο θα στηρίζεται σε τρεις οριζόντιες αρχές: της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης με αναλογικούς ελέγχους, της μη πρόκλησης σημαντικής βλάβης στο περιβάλλον σε όλα τα μέσα, και της ενσωμάτωσης της διάστασης του φύλου στον προϋπολογισμό, με υποχρεωτική δημοσιοποίηση των σχετικών αποτελεσμάτων. Προβλέπεται επίσης πιο συνεκτικό σύστημα ενιαίου ελέγχου, ώστε να μειωθούν οι επικαλύψεις, να απλουστευθούν οι διαδικασίες και να περιοριστεί το διοικητικό βάρος για τους δικαιούχους. Ταυτόχρονα, θα εφαρμόζεται οριζόντια το Σύστημα Έγκαιρου Εντοπισμού και Αποκλεισμού, δηλαδή ένα κεντρικό μητρώο φορέων που θα αποκλείονται από τη χρηματοδότηση λόγω σοβαρών παραπτωμάτων.
Τέλος, σε εφαρμογή της Λευκής Βίβλου για την καταπολέμηση της απάτης, θα αξιοποιηθούν εργαλεία ανάλυσης κινδύνου και πλατφόρμες αναφοράς παρατυπιών – μία για τα μέσα επιμερισμένης διαχείρισης και μία για τους παραδοσιακούς ίδιους πόρους.
Η πολιτική ουσία της πρότασης της Επιτροπής βρίσκεται στην προσπάθεια μετασχηματισμού του ΠΔΠ από ένα κατακερματισμένο, κυρίως αναδιανεμητικό, εργαλείο σε ένα στρατηγικό πλαίσιο χρηματοδότησης, προσανατολισμένο στα αποτελέσματα και τις νέες προτεραιότητες. Η Επιτροπή αναγνωρίζει εμμέσως ότι ο προϋπολογισμός παραμένει μικρός σε σχέση με το συνολικό μέγεθος της ευρωπαϊκής οικονομίας. Ακριβώς γι’ αυτό επιχειρεί να κατευθύνει τους πόρους εκεί όπου παράγεται ευρωπαϊκή προστιθέμενη αξία, ενώ μετατοπίζει τη συζήτηση από τη διατήρηση των υφιστάμενων χρηματοδοτικών ισορροπιών στην αποτελεσματικότητα, στη στρατηγική στόχευση και στη σύνδεση κάθε ευρώ με απτό αποτέλεσμα. Το μεγάλο πολιτικό ζητούμενο είναι, όπως προανέφερα, η νέα αυτή λογική να υπηρετήσει τις νέες προτεραιότητες χωρίς να αποδυναμώσει τις πολιτικές σύγκλισης που κράτησαν ενωμένη την Ευρώπη.
Για την πληρέστερη κατανόηση της πρότασης της Επιτροπής, των επιμέρους Κεφαλαίων, των βασικών αλλαγών σε σχέση με την τρέχουσα προγραμματική περίοδο, των κύριων κανονιστικών προβλέψεων, των συνεπειών για τη χώρα μας και των κρίσιμων παραμέτρων της διαπραγμάτευσης, σας έχει αποσταλεί έγγραφο εργασίας με τίτλο «Βίβλος ΠΔΠ 2028–2034».
Ας δούμε πιο αναλυτικά το Κεφάλαιο 1, γιατί εκεί συγκεντρώνονται οι πιο ευαίσθητες και πολιτικά κρίσιμες πολιτικές της Ένωσης: η οικονομική, κοινωνική και εδαφική συνοχή, η ΚΑΠ και η αγροτική ανάπτυξη, η αλιεία και η θαλάσσια πολιτική, το άσυλο, η μετανάστευση και η διαχείριση συνόρων, η εσωτερική ασφάλεια και, πλέον, ένα μέρος της αμυντικής διάστασης.
Το Κεφάλαιο 1 δεσμεύει, όπως προανέφερα, πάνω από το μισό του νέου προϋπολογισμού, συμπεριλαμβανομένης και της αποπληρωμής του NGEU, και αποτελεί τον πυρήνα της ευρωπαϊκής υπόσχεσης για συμπεριληπτική ανάπτυξη. Η μεγάλη θεσμική αλλαγή είναι ότι 11 διαφορετικά ταμεία που χρηματοδοτούσαν εκατοντάδες επιμέρους προγράμματα, αντικαθίστανται από ένα ενιαίο Ευρωπαϊκό Ταμείο το οποίο θα λειτουργεί με κοινό πλαίσιο κανόνων και με ενοποιημένα εργαλεία σχεδιασμού, παρακολούθησης και ελέγχου.
Στο Ταμείο αυτό θα συγκεντρώνονται όλοι οι εθνικά κατανεμημένοι πόροι, οι οποίοι θα υπηρετούν πέντε γενικούς στόχους: τη βιώσιμη ευημερία όλων των περιφερειών, την ανάπτυξη δυνατοτήτων ασφάλειας και ανθεκτικότητας, την κοινωνική συνοχή και το ευρωπαϊκό κοινωνικό μοντέλο, τη βελτίωση της ποιότητας ζωής – ιδίως στον αγροτικό χώρο – και την προστασία της δημοκρατίας, του κράτους δικαίου και των θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Το βασικό εργαλείο υλοποίησης θα είναι τα Εθνικά και Περιφερειακά Σχέδια Εταιρικής Σχέσης, τα ΕΠΕΣ – ένα για κάθε κράτος-μέλος – όπου θα εντάσσονται πλέον η Πολιτική Συνοχής, η ΚΑΠ, η Κοινή Αλιευτική Πολιτική, η μετανάστευση και τα σύνορα, καθώς και η εσωτερική ασφάλεια.
Παράλληλα, το ίδιο Ταμείο θα χρηματοδοτεί το ενιαίο πρόγραμμα εδαφικής συνεργασίας Interreg και τον νέο Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Διευκόλυνσης.
Ο ενδεικτικός εθνικός φάκελος της Ελλάδας για τα ΕΠΕΣ, ανέρχεται σύμφωνα με τους υπολογισμούς της Επιτροπής σε περίπου 49,2 δισ. ευρώ: 42,9 δισ. από τη γενική κατανομή, εκ των οποίων 14,78 δισ. για τη στήριξη εισοδήματος των γεωργών και των αλιέων και 28,12 δισ. για τη συνοχή συμπεριλαμβανομένων κάποιων μέτρων αγροτικής ανάπτυξης, 3,5 δισ. για τη μετανάστευση και 2,8 δισ. για το Κοινωνικό Ταμείο για το Κλίμα.
Το 25% του εθνικού φακέλου θα παραμένει εκτός αρχικού προγραμματισμού ως ποσό ευελιξίας (flexibility amount) και θα αποδεσμεύεται τμηματικά στη διάρκεια της περιόδου, ενώ εισάγεται κανόνας Ν+1 αντί του ισχύοντος Ν+2.
Επιπλέον, το 14% του προϋπολογισμού κάθε ΕΠΕΣ θα πρέπει να κατευθύνεται σε κοινωνικές προτεραιότητες, όπως η απασχόληση, οι δεξιότητες, η υγεία, η στέγη και οι κοινωνικές υποδομές.
Εδώ θα ήθελα να τονίσω δυο κρίσιμα σημεία:
Πρώτον, τις σημαντικές μετατοπίσεις που αποτυπώνονται στους αριθμούς. Οι πόροι της Συνοχής εμφανίζονται αυξημένοι σε απόλυτα μεγέθη, από περίπου 387 δισ. ευρώ σε 453 δισ. ευρώ. Αντίθετα, οι πόροι της ΚΑΠ, μαζί με την αλιεία, περιορίζονται από περίπου 387 δισ. ευρώ σε 296 δισ. ευρώ. Η ουσία, όμως, είναι ότι και στις δύο περιπτώσεις το σχετικό βάρος των πολιτικών αυτών υποχωρεί αισθητά μέσα στο νέο ΠΔΠ.
Δεύτερον, την αλλαγή στον τρόπο προγραμματισμού και υλοποίησης. Τα κράτη-μέλη δεν θα λειτουργούν πλέον μέσα από χωριστά τομεακά και περιφερειακά προγράμματα, αλλά θα καταρτίζουν και θα υποβάλλουν προς έγκριση ένα ενιαίο ΕΠΕΣ, οργανωμένο σε κεφάλαια και σύμφωνα με τις προδιαγραφές του σχετικού Κανονισμού. Η ενοποίηση αυτή μπορεί μεν να μειώσει τις επικαλύψεις, να ενισχύσει τον συντονισμό και να δώσει στα κράτη-μέλη μεγαλύτερη δυνατότητα στρατηγικού σχεδιασμού, αλλά δημιουργεί και σοβαρές προκλήσεις.
Μέσα σε ένα ενιαίο πρόγραμμα, τα κράτη-μέλη θα πρέπει να ιεραρχούν τις προτεραιότητές τους, να συνδέουν μεταρρυθμίσεις και επενδύσεις, να κατανέμουν πόρους με μεγαλύτερη ευελιξία και, ταυτόχρονα, να ανταποκρίνονται στις αυξημένες απαιτήσεις ενός νέου Πλαισίου Επίδοσης.
Εδώ έχουμε μία από τις βαθύτερες αλλαγές του νέου ΠΔΠ, για την οποία σας έχει ήδη αποσταλεί ειδικό κείμενο εργασίας. Δεν αλλάζει απλώς ο τρόπος παρακολούθησης των προγραμμάτων· αλλάζει η ίδια η λογική με την οποία τεκμηριώνεται, αξιολογείται, χρηματοδοτείται και ελέγχεται η ευρωπαϊκή δαπάνη. Το σημερινό σύστημα, με χιλιάδες ετερογενείς δείκτες και μεγάλες διαφοροποιήσεις ανά Ταμείο και πρόγραμμα, αντικαθίσταται από ένα ενιαίο πλαίσιο επιδόσεων, με κοινά πεδία παρέμβασης, κοινούς δείκτες εκροών και αποτελεσμάτων και ενιαία μεθοδολογία παρακολούθησης. Στόχος είναι να ενισχυθούν η συγκρισιμότητα, η διαφάνεια και η σύνδεση των δαπανών με τις οριζόντιες προτεραιότητες της Ένωσης: το κλίμα, το περιβάλλον, τις κοινωνικές πολιτικές και την ισότητα των φύλων. Για τον σκοπό αυτό, κάθε πεδίο παρέμβασης θα συνδέεται με ένα σύνολο περίπου 700 δεικτών εκροών και αποτελεσμάτων, καθώς και με προκαθορισμένους συντελεστές συνεισφοράς – 0%, 40% ή 100% – στους οριζόντιους αυτούς στόχους.
Η ουσιαστικότερη αλλαγή αφορά τις πληρωμές. Η χρηματοδότηση δεν θα βασίζεται πλέον κατά κύριο λόγο στις πραγματοποιηθείσες επιλέξιμες δαπάνες, αλλά στην επίτευξη οροσήμων και στόχων. Δηλαδή, θα συμφωνείται εκ των προτέρων ποιο ποσό θα καταβάλλει η Επιτροπή όταν αποδεικνύεται ότι επιτεύχθηκε συγκεκριμένο ορόσημο ή στόχος. Άρα, ο σχεδιασμός των ΕΠΕΣ θα πρέπει εξαρχής να συνδέει το κόστος, την επίδοση και την πρόοδο υλοποίησης, με μια αξιόπιστη κοστολόγηση των παρεμβάσεων και μια σαφή αντιστοίχιση κάθε πληρωμής με τα συμφωνημένα αποτελέσματα.
Η αλλαγή αυτή αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία επειδή τα ορόσημα και οι στόχοι μπορούν να αφορούν όχι μόνο έργα και παρεμβάσεις, αλλά και μεταρρυθμίσεις που απορρέουν από το Ευρωπαϊκό Εξάμηνο και τις Ειδικές ανά Χώρα Συστάσεις και έτσι, το Ευρωπαϊκό Εξάμηνο αποκτά ουσιαστικό ρόλο στη διαμόρφωση των ΕΠΕΣ. Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν κάθε Σχέδιο απαντά πειστικά στις ευρωπαϊκές και εθνικές προτεραιότητες, τεκμηριώνει καθαρά τη λογική παρέμβασης και συνδέει τους πόρους με μετρήσιμα, ρεαλιστικά και ουσιαστικά αποτελέσματα.
Εδώ βρίσκεται και η μεγάλη δυσκολία. Το σύστημα πρέπει να μπορεί να αποτυπώνει την πραγματική πρόοδο σύνθετων παρεμβάσεων, τα οποία συχνά θα περιλαμβάνουν διαφορετικά έργα, δικαιούχους, χρόνους υλοποίησης και επίπεδα διοικητικής ωριμότητας.
Συνοψίζοντας, η χρηματοδότηση βάσει επιδόσεων μπορεί να είναι χρήσιμη μόνο εφόσον στηρίζεται σε πραγματικά δεδομένα κόστους, σε δείκτες που μετρούν αποτελέσματα και επιπτώσεις, και σε πλήρη δυνατότητα ελέγχου της αποδοτικότητας των πόρων.
Ανακεφαλαιώνοντας, η αντικατάσταση εκατοντάδων προγραμμάτων από 27 εθνικά σχέδια και ένα σχέδιο Interreg απαντά σε πραγματικές αδυναμίες του σημερινού συστήματος – την πολυπλοκότητα των κανόνων, την πολυδιάσπαση των εργαλείων, τις καθυστερήσεις στην απορρόφηση, τις δυσκολίες συντονισμού και την ανάγκη μεγαλύτερης ευελιξίας απέναντι σε κρίσεις – και μπορεί να περιορίσει επικαλύψεις, να απλουστεύσει τη διαχείριση και να ενισχύσει τη στρατηγική στόχευση.
Ταυτόχρονα, η συγχώνευση των διαρθρωτικών ταμείων και η παροχή πόρων μέσω ενός ενιαίου προγράμματος περιορίζουν τη διακριτή χρηματοδοτική αυτονομία της πολιτικής Συνοχής και της ΚΑΠ και μεταφέρουν τη συζήτηση από την κατανομή μεταξύ κρατών-μελών στην εσωτερική κατανομή πόρων μέσα σε κάθε εθνικό σχέδιο.
Η Πολιτική Συνοχής δεν υφίσταται μεγάλες αλλαγές. Παραμένει ο βασικός πυλώνας της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, ακριβώς γιατί μειώνει τις ανισότητες, στηρίζει τις ασθενέστερες και μειονεκτούσες περιοχές, ενεργοποιεί το ανεκμετάλλευτο δυναμικό κάθε τόπου και εξομαλύνει τον άνισο χωρικό αντίκτυπο μεγάλων μετασχηματισμών, όπως η πράσινη μετάβαση, η ψηφιοποίηση, η αποβιομηχάνιση και η παραγωγική αναδιάρθρωση. Είναι, δηλαδή, μια πολιτική για όλες τις περιφέρειες, με προτεραιότητα στις φτωχότερες και λιγότερο ανεπτυγμένες, αλλά και με ρόλο για τις περιφέρειες μετάβασης και τις περισσότερο ανεπτυγμένες, ανάλογα με τις ανάγκες, τις δυνατότητες και τη συμβολή τους στις ευρωπαϊκές αλυσίδες αξίας. Γι’ αυτό αποτελεί προϋπόθεση για την εύρυθμη λειτουργία της Ενιαίας Αγοράς και αναγκαίο συμπλήρωμα της νέας ευρωπαϊκής στρατηγικής ανταγωνιστικότητας. Η απασχόληση, η εκπαίδευση, οι δεξιότητες, η κοινωνική ένταξη, οι ίσες ευκαιρίες, η στήριξη των ευάλωτων ομάδων και πλέον η στέγαση βρίσκονται στον πυρήνα της ευρωπαϊκής συνοχής, γιατί συνδέονται με τη δημογραφική ανθεκτικότητα, την ποιότητα ζωής και τη δυνατότητα των κοινωνιών να αντέξουν τις μεγάλες μεταβάσεις.
Συνεπώς, το ΕΠΕΣ θα πρέπει να τεκμηριώνει το πώς οι παρεμβάσεις του θα υπηρετούν τη σύγκλιση, θα μειώνουν τις ανισότητες και θα ανταποκρίνονται στις διαφορετικές ανάγκες και προκλήσεις κάθε περιοχής. Γι’ αυτό και τα εργαλεία ολοκληρωμένης χωρικής ανάπτυξης πρέπει να έχουν κύρια θέση στο ΕΠΕΣ – Ολοκληρωμένες Χωρικές Επενδύσεις, Τοπική Ανάπτυξη με Πρωτοβουλία Τοπικών Κοινοτήτων, έξυπνη εξειδίκευση, βιώσιμη αστική ανάπτυξη, στρατηγικές δίκαιης μετάβασης κ.λπ.
Οι πιο ουσιαστικές αλλαγές αφορούν την Κοινή Αγροτική Πολιτική. Η ΚΑΠ υπήρξε από τη θέσπισή της ένας από τους θεμελιώδεις πυλώνες της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης: στήριξε τον παραγωγό, κράτησε ζωντανές τις αγροτικές περιοχές, περιόρισε ανισότητες και λειτούργησε ως εγγύηση ότι η ευρωπαϊκή ανάπτυξη δεν θα συγκεντρώνεται μόνο στα μεγάλα αστικά και βιομηχανικά κέντρα. Σήμερα, όμως, καλείται να ανταποκριθεί σε ένα πολύ πιο σύνθετο και πιεστικό περιβάλλον. Το κόστος παραγωγής αυξάνεται, οι αγορές γίνονται πιο ασταθείς, η κλιματική κρίση επιβαρύνει την παραγωγή, οι φυσικοί πόροι πιέζονται, η ύπαιθρος αποδυναμώνεται δημογραφικά και η αγροτική απασχόληση συρρικνώνεται. Για την Ελλάδα, οι προκλήσεις αυτές έχουν ιδιαίτερη βαρύτητα. Ο αγροτικός τομέας στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό σε μικρό και κατακερματισμένο κλήρο, λειτουργεί με υψηλό κόστος παραγωγής και περιορισμένες οικονομίες κλίμακας, και επηρεάζεται έντονα από μόνιμους φυσικούς περιορισμούς, ιδίως στις νησιωτικές, ορεινές και μειονεκτικές περιοχές.
Στο νέο ΠΔΠ, καταργείται η παραδοσιακή διάκριση μεταξύ του Πυλώνα Ι και του Πυλώνα ΙΙ της ΚΑΠ. Αυτό σημαίνει ότι η εισοδηματική στήριξη – όπως θα αποκαλούνται πλέον οι άμεσες ενισχύσεις του Πυλώνα Ι – και η αγροτική ανάπτυξη του Πυλώνα ΙΙ θα εντάσσονται πλέον σε ενιαίο προγραμματισμό, ενώ περισσότερες παρεμβάσεις θα απαιτούν συγχρηματοδότηση σε σχέση με το άμεσο παρελθόν.
Η εισοδηματική στήριξη διασφαλίζεται με την ελάχιστη οριοθετημένη ευρωπαϊκή χρηματοδότηση. Ωστόσο, για να διατηρήσει η ΚΑΠ την προβλεψιμότητα και την πολιτική της ορατότητα μέσα σε ένα ενιαίο και πιο συγκεντρωτικό δημοσιονομικό πλαίσιο, απαιτείται ισορροπία σε τρεις κατευθύνσεις: να παρέχει ένα δίκαιο και επαρκές εισόδημα στους πραγματικά ενεργούς γεωργούς, να διασφαλίζει τη βιωσιμότητα με παραγωγικό αντίκρισμα και να ανανεώνει τον αγροτικό ιστό.
Το γεωργικό κεφάλαιο του ΕΠΕΣ για την ΚΑΠ θα πρέπει να περιλαμβάνει την εισοδηματική στήριξη, την αγροτική ανάπτυξη, το LEADER, την καινοτομία, τη γνώση, τις συμβουλευτικές υπηρεσίες και τα συλλογικά σχήματα οργάνωσης της παραγωγής. Ταυτόχρονα, θα πρέπει να συνδεθεί με κρίσιμες υποδομές και παρεμβάσεις που δεν καλύπτονται πλέον επαρκώς από τον βασικό κορμό της ΚΑΠ, όπως η μεταποίηση, τα αρδευτικά και εγγειοβελτιωτικά έργα, η αγροτική οδοποιία, η διαχείριση νερού και η προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή. Τα σχετικά έργα, που αποτελούν και προϋποθέσεις ανταγωνιστικότητας, ανθεκτικότητας και βιωσιμότητας του αγροδιατροφικού τομέα, θα πρέπει επομένως να ενταχθούν στον συνολικό σχεδιασμό του ΕΠΕΣ.
Στο ΕΠΕΣ εντάσσεται πλέον και η πολιτική ασύλου, μετανάστευσης και διαχείρισης συνόρων, ένα από τα πιο ευαίσθητα και πολιτικά φορτισμένα πεδία της ευρωπαϊκής ατζέντας. Στην τρέχουσα περίοδο, η εσωτερική διάσταση της πολιτικής αυτής υλοποιείται μέσα από τρία διακριτά ταμεία, ενώ η εξωτερική της διάσταση χρηματοδοτείται από τα εργαλεία εξωτερικής δράσης του Κεφαλαίου 3. Η πρόταση της Επιτροπής ενοποιεί τον σχεδιασμό, συνδέει πιο συστηματικά τις εσωτερικές και εξωτερικές πτυχές της πολιτικής και αυξάνει τον συνολικό φάκελο εντός των ΕΠΕΣ από 22,7 σε 34,2 δισ. ευρώ. Η νέα αρχιτεκτονική επιδιώκει να αντιμετωπίσει και τα αίτια της παράτυπης μετανάστευσης μέσα από συντονισμένες εταιρικές σχέσεις με τρίτες χώρες, αξιοποιώντας και τα εργαλεία του Κεφαλαίου 3. Παράλληλα, προωθεί κοινά σχέδια και δια-λειτουργικά συστήματα, ώστε να περιοριστούν οι επικαλύψεις, να βελτιωθεί ο συντονισμός και να υπάρξει πιο συνεκτική ευρωπαϊκή διαχείριση ενός πεδίου που αφορά άμεσα την ασφάλεια, την κοινωνική συνοχή και την αξιοπιστία της Ένωσης.
Το Interreg προτείνεται με διακριτή χρηματοδότηση για τις διασυνοριακές, τις διακρατικές και τις διαπεριφερειακές δράσεις, καθώς και για συνεργασίες μεταξύ εξόχως απόκεντρων περιοχών. Η αρχιτεκτονική αυτή ανταποκρίνεται στη φύση του Interreg ως εργαλείου κοινών λύσεων που παράγουν προστιθέμενη αξία σε διασυνοριακό και διαπεριφερειακό επίπεδο και, συνεπώς, δεν μπορούν να υποκατασταθούν από αμιγώς εθνικό ενιαίο σχεδιασμό.
Τέλος, στον Μηχανισμό Διευκόλυνσης κατανέμονται 72 δισ. ευρώ για την ταχεία αντιμετώπιση κρίσεων και τη χρηματοδότηση νέων προτεραιοτήτων της Ένωσης, με δυνατότητα ενίσχυσης μέσω εκχωρούμενων εσόδων από κράτη-μέλη ή άλλους δωρητές. Οι πόροι θα κατευθύνονται σε δράσεις που μοχλεύουν ιδιωτικά κεφάλαια και θα μπορούν να συνδυάζονται με εγγυήσεις της ΕΕ, ιδίως μέσω του Ομίλου της ΕΤΕπ ή εθνικών αναπτυξιακών τραπεζών. Ο Μηχανισμός διαρθρώνεται λειτουργικά σε πέντε κατευθύνσεις: δράσεις αλληλεγγύης για κρίσεις και φυσικές καταστροφές, στήριξη για τη σταθεροποίηση των γεωργικών αγορών, δράσεις για μετανάστευση, άσυλο, σύνορα και εσωτερική ασφάλεια, λοιπές δράσεις της Ένωσης με υψηλή ευρωπαϊκή προστιθέμενη αξία, καθώς και δημοσιονομικό απόθεμα για αναδυόμενες προκλήσεις και νέες προτεραιότητες. Το κρίσιμο ζητούμενο είναι ο Μηχανισμός αυτός να λειτουργήσει με ταχύτητα ενεργοποίησης, διαφάνεια, σαφή στόχευση και συμπληρωματικότητα, χωρίς να υποκαθιστά τους εθνικούς φακέλους ή να μεταφέρει στις ήδη προγραμματισμένες παρεμβάσεις το κόστος νέων κρίσεων.
Η διαπραγμάτευση βρίσκεται σε φάση εντατικής τεχνικής αλλά και πολιτικής επεξεργασίας, χωρίς να έχουν ακόμη ωριμάσει πλήρως τα πιο κρίσιμα ζητήματα: ο Κανονισμός του ΠΔΠ, ο Κανονισμός για το πλαίσιο επιδόσεων και το ίδιο το Διαπραγματευτικό Πλαίσιο, το Negotiating Box.
Η Δανέζικη Προεδρία έφερε στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Δεκεμβρίου 2025 το πρώτο ολοκληρωμένο Negotiating Box, που καλύπτει όλα τα κεφάλαια δαπανών και το σκέλος των εσόδων, χωρίς αριθμητικά μεγέθη. Εκεί επιβεβαιώθηκε ως πολιτικός στόχος η επίτευξη συμφωνίας έως το τέλος του 2026 και η ολοκλήρωση των νομοθετικών πράξεων εντός του 2027. Στο μεταξύ, η διαπραγμάτευση έχει ήδη αποκτήσει υψηλή πολιτική φόρτιση ειδικά με το θέμα των επιστροφών – rebates – στο οποίο θα αναφερθώ λίγο αργότερα. Παρά τις επιφυλάξεις, η γενική κατεύθυνση εκσυγχρονισμού και η νέα αρχιτεκτονική του ΠΔΠ γίνονται, σε γενικές γραμμές, αποδεκτές ως βάση της διαπραγμάτευσης. Δεν φαίνεται, δηλαδή, να διαμορφώνεται δυναμική συνολικής ανατροπής της πρότασης της Επιτροπής. Η συζήτηση κινείται περισσότερο προς την αναδιαμόρφωση των όρων, των ισορροπιών και των ασφαλιστικών δικλείδων.
Το πιο δύσκολο και πολιτικά πιο ευαίσθητο πεδίο παραμένουν τα ΕΠΕΣ του Κεφαλαίου 1.
Στο Κεφάλαιο 1, τα κρίσιμα ζητήματα πέραν της επάρκειας των πόρων και της λειτουργικής αυτονομίας των πολιτικών που εντάσσονται στο ΕΠΕΣ, είναι η σχέση Συνοχής και ΚΑΠ μέσα στο ίδιο σχήμα, ο βαθμός ευελιξίας μεταξύ των πολιτικών, ο ρόλος των περιφερειών, η συγχρηματοδότηση, οι κανόνες αποδέσμευσης, η σχέση με τις ειδικές ανά χώρα συστάσεις και το Ευρωπαϊκό Εξάμηνο, αλλά και η συνολική ισορροπία μεταξύ Επιτροπής και κρατών-μελών. Ο κανόνας Ν+1, η ανεπαρκής προχρηματοδότηση, οι όροι συγχρηματοδότησης και ο λεγόμενος μηχανισμός cascade αποτελούν κρίσιμα πεδία διαπραγμάτευσης. Διότι ακόμη και μια ευνοϊκή κατανομή πόρων μπορεί να αποδειχθεί λιγότερο αξιοποιήσιμη, εάν οι κανόνες υλοποίησης δεν είναι ρεαλιστικοί. Τι είναι ο μηχανισμός cascade; Σε περίπτωση κρίσης, η ευρωπαϊκή στήριξη δεν ενεργοποιείται αυτομάτως ως πρόσθετη χρηματοδότηση, αλλά κλιμακώνεται σταδιακά. Πρώτα εξετάζεται η ανακατανομή πόρων μέσα στο ίδιο το ΕΠΕΣ και μόνο στη συνέχεια η προσφυγή σε ειδικά ευρωπαϊκά εργαλεία. Αυτό δημιουργεί εύλογη ανησυχία, γιατί οι κρίσεις δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται εις βάρος των ήδη προγραμματισμένων αναπτυξιακών και κοινωνικών παρεμβάσεων των εθνικών φακέλων.
Η Κυπριακή Προεδρία πιέζει για μερική γενική προσέγγιση στα πιο ώριμα τμήματα του Κανονισμού για τα ΕΠΕΣ έως το Συμβούλιο Γενικών Υποθέσεων της 16ης Ιουνίου 2026 και, για τον λόγο αυτό, έχει εντείνει σημαντικά τις εργασίες και τα συμβιβαστικά κείμενα. Παρ’ όλα αυτά και παρά την τεχνική πρόοδο, δεν έχει ακόμη αποσαφηνιστεί πειστικά πώς θα λειτουργήσει στην πράξη το νέο μοντέλο. Η ενσωμάτωση μακροπρόθεσμων πολιτικών σε ένα ενιαίο πλαίσιο μπορεί να μειώσει επικαλύψεις, να ενισχύσει τον συντονισμό και να δώσει στα κράτη-μέλη μεγαλύτερη ευελιξία σχεδιασμού. Ταυτόχρονα, όμως, αλλάζει ριζικά τη λογική της διαπραγμάτευσης και της εφαρμογής, αφού κάθε κράτος-μέλος δεν θα διαπραγματεύεται πλέον χωριστά σχέδια και προγράμματα, αλλά ένα ενιαίο κείμενο που θα αποτελεί ταυτόχρονα τη βάση του προγραμματισμού και των εκταμιεύσεων.
Γι’ αυτό και αρκετά βασικά ζητήματα παραμένουν ανοικτά, όπως το εύρος των ειδικών στόχων, ο ρόλος των επιτροπών παρακολούθησης και των περιφερειών, η δυνατότητα μερικής έγκρισης των Σχεδίων και, κυρίως, το σύστημα διαχείρισης, ελέγχου και υλοποίησης. Επιπλέον, αρκετά κράτη-μέλη ανησυχούν για μια δυσλειτουργική σχέση ανάμεσα στον έλεγχο της επίδοσης και στον έλεγχο της συμμόρφωσης. Στο ίδιο πλαίσιο, προχωρεί ήδη και η μεταφορά σειράς διατάξεων από τον ενιαίο Κανονισμό στους θεματικούς κάθε πολιτικής, ιδίως στην ΚΑΠ, ώστε να διατηρηθεί η φυσιογνωμία, η λειτουργική αυτονομία και οι ειδικοί κανόνες εφαρμογής τους μέσα στο νέο ενιαίο πλαίσιο.
Στους τομεακούς κανονισμούς της Πολιτικής Συνοχής υπάρχει κάποια πρόοδος μόνο στο σκέλος του Interreg, όπου η Προεδρία επιδιώκει μερική γενική προσέγγιση πριν από τη λήξη της θητείας της, ενώ στο ΕΚΤ+ δεν έχει ακόμη παρουσιαστεί συμβιβαστική πρόταση. Αυτό σημαίνει ότι ένα μέρος της διαπραγμάτευσης μετατίθεται ήδη προς την ιρλανδική Προεδρία.
Παράλληλα, η Επιτροπή έχει ξεκινήσει διμερείς επαφές με τα κράτη-μέλη, ενώ ενισχύεται και ο συντονισμός των Φίλων της Συνοχής, με στόχο να διαφυλαχθούν ο εδαφικός χαρακτήρας της Πολιτικής Συνοχής, ο ρόλος των περιφερειών και η ισορροπία μεταξύ Επιτροπής και κρατών-μελών. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο εμφανίζεται επίσης επιφυλακτικό απέναντι στην αρχιτεκτονική των ΕΠΕΣ και υποστηρίζει τη διατήρηση διακριτών προγραμμάτων και σαφών χρηματοδοτικών φακέλων για βασικές πολιτικές, ιδίως για τη Συνοχή.
Με άλλα λόγια, παρά την πρόοδο σε τεχνικό επίπεδο, το Κεφάλαιο 1 δεν έχει ακόμη ωριμάσει ουσιαστικά.
Σε ό,τι αφορά τη δική μας θέση στο Κεφάλαιο 1, πέρα από τη βασική επιδίωξη προστασίας της Συνοχής, δίνουμε ιδιαίτερη έμφαση στην ορατότητα κρίσιμων πολιτικών, όπως η μετανάστευση, στη βελτίωση των όρων συγχρηματοδότησης και προχρηματοδότησης, στη μεταβολή του κανόνα Ν+1 σε πιο ρεαλιστική βάση, στον περιορισμό του υπερβολικού περιθωρίου ευελιξίας του 25%, και στο ότι οι κρίσεις πρέπει να καλύπτονται κατά προτεραιότητα από τα ειδικά ευρωπαϊκά μέσα, όπως το Ταμείο Αλληλεγγύης, και όχι σε βάρος των εθνικών φακέλων.
Επιμένουμε επίσης στην ανάγκη να ληφθούν επαρκώς υπόψη τόσο τα κράτη-μέλη που βρίσκονται κάτω από το 90% του μέσου όρου της ΕΕ όσο και τα θαλάσσια εξωτερικά σύνορα της Μεσογείου, καθώς και στην επανεξέταση της κλείδας κατανομής των πόρων και του ανώτατου ορίου χρηματοδότησης, δηλαδή του capping. Σημαντικός αριθμός κρατών-μελών αμφισβητεί και τον μηχανισμό κλιμάκωσης, ο οποίος προϋποθέτει πρώτα αναθεώρηση των ΕΠΕΣ πριν από την ενεργοποίηση της ευρωπαϊκής στήριξης σε περίπτωση φυσικών καταστροφών ή άλλων κρίσεων.
Συνολικά, συντασσόμαστε με τους Φίλους της Συνοχής, ενώ παράλληλα εργαζόμαστε και με την άτυπη ομάδα των πέντε μεσογειακών κρατών-μελών που βρίσκονται στην πρώτη γραμμή στα θέματα μετανάστευσης, εξωτερικών συνόρων και Μεσογείου – την Κύπρο, την Ιταλία, την Ισπανία και τη Μάλτα – και συνεργαζόμαστε και με την Πορτογαλία για την προώθηση κοινών θέσεων.
Στο Κεφάλαιο 2, η διαπραγμάτευση κινείται ταχύτερα. Έχουν ήδη εκδοθεί διαδοχικά συμβιβαστικά κείμενα για τα οριζόντια και τα θεματικά σκέλη, ενώ η Κυπριακή Προεδρία επιδιώκει μερική συμφωνία και έναρξη τριλόγου τον Ιούνιο. Η ταχύτερη πρόοδος εξηγείται από το γεγονός ότι το Κεφάλαιο αυτό αφορά νέες κεντρικές προτεραιότητες της Ένωσης — την ανταγωνιστικότητα, τη στρατηγική αυτονομία, την άμυνα και την ασφάλεια — που υποστηρίζονται ισχυρά και από τους καθαρούς συνεισφορείς. Το βασικό πολιτικό ζήτημα είναι ο τρόπος κατανομής των πόρων. Οι ισχυρότερες οικονομίες υποστηρίζουν μια σχεδόν αποκλειστική λογική αριστείας, ενώ μια ομάδα 14 κρατών-μελών, στην οποία συμμετέχει και η Ελλάδα, επισημαίνει ότι η προσέγγιση αυτή μπορεί να παγιώσει το χάσμα ανταγωνιστικότητας μέσα στην Ένωση. Για εμάς, η αριστεία έχει νόημα όταν διαχέεται: όταν στηρίζει τις ΜμΕ, δημιουργεί ποιοτικές θέσεις εργασίας, ανοίγει πρόσβαση σε νέες στρατηγικές αλυσίδες αξίας και υπηρετεί τη συνολική παραγωγική αναβάθμιση της Ευρώπης, αντί να κατευθύνεται κυρίως στα ήδη ισχυρά βιομηχανικά οικοσυστήματα. Μέχρι στιγμής, έχουν καταγραφεί δύο σημαντικά αποτελέσματα για τη χώρα μας: η προώθηση της χρηματοδότησης των ΜμΕ και ο ενισχυμένος ρόλος των κρατών-μελών στη διακυβέρνηση του Ταμείου Ανταγωνιστικότητας. Ανοικτό μέτωπο παραμένει η διάχυση της αριστείας, δηλαδή αν το Ταμείο θα λειτουργήσει με όρους πραγματικά πανευρωπαϊκής συμμετοχής ή αν θα αναπαράγει τις σημερινές ανισορροπίες υπέρ των πιο ώριμων οικοσυστημάτων και των ισχυρότερων βιομηχανικών οικονομιών. Η Ελλάδα στηρίζει την αριστεία, αλλά όχι ως όχημα περαιτέρω απόκλισης.
Αναφορικά με το Κεφάλαιο 3 για την εξωτερική δράση και τη διεύρυνση, γίνεται σαφές ότι η Ένωση χρειάζεται επαρκή χρηματοδότηση για την Ουκρανία, την προ-ενταξιακή βοήθεια, τα Δυτικά Βαλκάνια, τη Μολδαβία, τη Νότια Γειτονία, την ανθρωπιστική βοήθεια, την αναπτυξιακή συνεργασία, τη δημοκρατία, τα ανθρώπινα δικαιώματα και το κράτος δικαίου. Η διεύρυνση είναι στρατηγική ευκαιρία αλλά και δημοσιονομική πρόκληση. Τα περισσότερα υποψήφια κράτη πιθανότατα θα ενταχθούν μετά το 2034, όμως το επόμενο ΠΔΠ θα στείλει καθοριστικό μήνυμα για το αν η Ένωση εννοεί πραγματικά τη δέσμευσή της υπέρ της διεύρυνσης. Το δημοσιονομικό κόστος εμφανίζεται διαχειρίσιμο, αλλά οι διανεμητικές του επιπτώσεις είναι πολιτικά ευαίσθητες. Η προσχώρηση νέων χωρών δεν αυξάνει κατ’ ανάγκην σημαντικά τον συνολικό προϋπολογισμό της Συνοχής στην περίοδο 2028-2034, προκαλεί όμως «στατιστικό αποτέλεσμα» για τα σημερινά κράτη-μέλη, τα οποία μπορεί να λάβουν 16% έως 21% λιγότερους πόρους Συνοχής σε σύγκριση με ένα σενάριο σταδιακής ενσωμάτωσης. Στην ΚΑΠ, η άμεση πρόσβαση νέων χωρών σε ενισχύσεις ανά εκτάριο αντίστοιχες με εκείνες των κρατών που εντάχθηκαν μετά το 2004 μπορεί να οδηγήσει σε μειώσεις για τα σημερινά κράτη-μέλη, από 2,5% έως 3,5% στο ήπιο σενάριο και έως 15% κατά μέσο όρο σε ένα ευρύτερο κύμα διεύρυνσης. Άρα η διεύρυνση πρέπει να είναι αξιόπιστη για τους υποψήφιους, δίκαιη για τα σημερινά κράτη-μέλη και δημοσιονομικά βιώσιμη για την Ένωση.
Για την Ελλάδα, στο Κεφάλαιο 3, η έμφαση πρέπει να δοθεί στη Μεσόγειο, στα Δυτικά Βαλκάνια, στην προστασία των γεωγραφικών φακέλων, στη μη απορρόφηση της ανθρωπιστικής βοήθειας από άλλες πιέσεις, στη χρηματοδότηση της Ουκρανίας, στην εξωτερική διάσταση της μετανάστευσης, στην ισχυρότερη εμπλοκή του Συμβουλίου και σε έναν διακριτό ρόλο της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων. Ιδιαίτερη σημασία έχει και το ζήτημα των εξωτερικών συνόρων και των γεωπολιτικών απειλών. Οι χώρες της Ανατολικής Ευρώπης επιδιώκουν ειδική οριζόντια πρόνοια υπέρ των κρατών που συνορεύουν με τη Ρωσία, την Ουκρανία και τη Λευκορωσία. Η Ελλάδα δεν αμφισβητεί αυτή την ανάγκη. Αντιθέτως, διευρύνει το επιχείρημα. Τα εξωτερικά σύνορα της Ένωσης δεν είναι μόνο ανατολικά και χερσαία. Εκτείνονται από την Αρκτική έως τη Μεσόγειο και περιλαμβάνουν και τη θαλάσσια και νότια διάσταση της ευρωπαϊκής ασφάλειας. Αυτή είναι κρίσιμη Ελληνική παρέμβαση, γιατί αποτρέπει τη μονοπώληση της έννοιας της «πρώτης γραμμής» από μία μόνο γεωγραφική περιοχή. Με άλλα λόγια, η ασφάλεια των εξωτερικών συνόρων πρέπει να αντιμετωπίζεται με όρους συνολικής προσέγγισης 360 μοιρών, που αντανακλά όχι μόνο τη γεωπολιτική πραγματικότητα της χώρας μας, αλλά και τη μελλοντική αρχιτεκτονική κατανομής των ευρωπαϊκών πόρων.
Στο σκέλος των εσόδων, η θέση μας δεν μπορεί να αποτιμάται μόνο με βάση το ύψος του εθνικού φακέλου, αλλά και με βάση την καθαρή δημοσιονομική μας θέση. Αναγνωρίζουμε την ανάγκη εξεύρεσης νέων και πιο διαφοροποιημένων ιδίων πόρων, ώστε να καλυφθούν οι νέες χρηματοδοτικές ανάγκες της Ένωσης, ιδίως εκείνες που συνδέονται με το NGEU, χωρίς υπέρμετρη επιβάρυνση των εθνικών συνεισφορών βάσει ΑΕΕ. Ταυτόχρονα, όμως, δεν μπορούμε να αποδεχθούμε παγίωση των επιστροφών (rebates) υπέρ των ισχυρών κρατών-μελών. Η επαναφορά στο προσκήνιο της συζήτησης των επιστροφών αποτελεί ίσως το πιο πολιτικά φορτισμένο ζήτημα της παρούσας φάσης. Ο μεγάλος κίνδυνος είναι να διολισθήσει η διαπραγμάτευση σε λογική juste retour, δηλαδή σε ένα παζάρι καθαρών εθνικών επιστροφών, που υπονομεύει τον στρατηγικό χαρακτήρα του ΠΔΠ, τη δικαιοσύνη και την αναλογικότητα του ευρωπαϊκού προϋπολογισμού.
Παράλληλα, οφείλουμε να εξετάσουμε προσεκτικά τον αντίκτυπο ορισμένων νέων ιδίων πόρων στην οικονομία και σε τομείς ιδιαίτερης σημασίας για τη χώρα. Θέλουμε το νέο σύστημα να είναι απλό, προβλέψιμο, διαφανές και αναλογικό, ώστε να διασφαλίζεται η σταθερότητα των εσόδων χωρίς αιφνίδιες και δυσανάλογες επιβαρύνσεις σε συγκεκριμένα κράτη-μέλη ή κλάδους.
Η Κυπριακή Προεδρία κινείται τώρα πάνω στο Negobox, με τεχνικές βελτιώσεις και με στόχο να φέρει στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Ιουνίου ένα πιο ώριμο διαπραγματευτικό πλαίσιο με ενδεικτικά αριθμητικά μεγέθη. Παράλληλα, επιδιώκει μερική γενική προσέγγιση στα σημεία όπου έχει ήδη διαμορφωθεί επαρκής σύγκλιση έως το Συμβούλιο Γενικών Υποθέσεων της 16ης Ιουνίου 2026, ώστε η συζήτηση να αρχίσει να μετακινείται σταδιακά από την αρχιτεκτονική προς τις ουσιαστικές πολιτικές διαπραγματεύσεις.
Παράλληλα, η στάση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψη, καθώς εμφανίζεται σε αρκετά σημεία πλησιέστερο προς τις θέσεις των χωρών συνοχής. Ωστόσο, εάν οι τρίλογοι καθυστερήσουν μέχρι να συμφωνηθεί το συνολικό μέγεθος του ΠΔΠ, το χρονοδιάγραμμα θα συμπιεστεί και σημαντικό βάρος μπορεί να μεταφερθεί στην Ελληνική Προεδρία το 2027.
Για την Ελλάδα, η μέχρι τώρα εποικοδομητική της στάση θα είναι δύσκολο να διατηρηθεί εάν ο εθνικός φάκελος πιεστεί υπερβολικά, ή εάν αυξηθεί σημαντικά η ελληνική συνεισφορά στο σκέλος των εσόδων και εάν η διαπραγμάτευση συνεχίσει να μετατοπίζεται προς σχήματα που ευνοούν δυσανάλογα τις εύρωστες οικονομίες ή συγκεκριμένες γεωγραφικές ομάδες. Η Ελλάδα θα μείνει μέσα στον πυρήνα της ευρωπαϊκής λύσης, αλλά ταυτόχρονα θα υπερασπιστεί σθεναρά την ανάγκη μιας δίκαιης, ισορροπημένης και λειτουργικής αρχιτεκτονικής.
Στο πλαίσιο αυτό, δύο είναι τα κεντρικά ζητούμενα για την Ελλάδα.
Πρώτον, να προστατεύσει αποτελεσματικά τις παραδοσιακές της προτεραιότητες – τη Συνοχή, την ΚΑΠ, τη νησιωτικότητα και τη διαχείριση των συνόρων – αλλά και να προσαρμοστεί έγκαιρα σε ένα σαφώς αυστηρότερο περιβάλλον: με μικρότερη σχετική βαρύτητα της Συνοχής και της ΚΑΠ στο σύνολο του ΠΔΠ, με πληρωμές που θα εξαρτώνται από ορόσημα και στόχους και όχι από δηλωθείσες δαπάνες, με αυστηρότερο κανόνα αποδέσμευσης Ν+1, με στενότερη σύνδεση με το Ευρωπαϊκό Εξάμηνο, με μεγαλύτερες απαιτήσεις διοικητικής ωριμότητας, συντονισμού και ελέγχου, αλλά και με ενδεχόμενη αύξηση της εθνικής συνεισφοράς.
Δεύτερον, να προετοιμαστεί έγκαιρα ώστε να αξιοποιήσει τις σημαντικές δυνατότητες, αλλά και να ανταποκριθεί στις σοβαρές προκλήσεις, που δημιουργούνται στα ανταγωνιστικά εργαλεία μεγάλης κλίμακας. Αυτό αφορά ιδιαίτερα την έρευνα και καινοτομία, την ψηφιακή υπεροχή, την αμυντική βιομηχανία, την ενέργεια, τις διασυνδέσεις, την πολιτική προστασία, τη βιοοικονομία, την υγεία και την εξωτερική δράση – δηλαδή πεδία που δύνανται να διευρύνουν κατά πολύ τις δυνατότητες χρηματοδότησης πέραν του εθνικού φακέλου.
Και εδώ βρίσκεται ίσως το πιο πρακτικό συμπέρασμα της διαπραγμάτευσης. Η εθνική προετοιμασία δεν θα κριθεί μόνο από το τι θα εξασφαλίσουμε, αλλά και από την ικανότητά μας να επενδύσουμε τα διαθέσιμα μέσα σε διατηρήσιμη και ισόρροπη ανάπτυξη. Η διαχρονική εμπειρία δείχνει ότι οι ανάγκες υπήρξαν πάντοτε μεγαλύτερες από τους διαθέσιμους πόρους, αλλά οι διαθέσιμοι πόροι αποδείχθηκαν, όχι λίγες φορές, μεγαλύτεροι από την ικανότητά μας να τους απορροφήσουμε έγκαιρα και να τους αξιοποιήσουμε αποτελεσματικά. Άρα η μάχη του ΠΔΠ είναι ταυτόχρονα ευρωπαϊκή και εθνική: διαπραγμάτευση στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, αλλά και προετοιμασία στο εσωτερικό.
Στο σημείο αυτό, θα ήθελα να σημειώσω τρία συγκεκριμένα ζητήματα προετοιμασίας της χώρας, τα οποία δεν αντιμετωπίζονται με μια απλή προσαρμογή του υφιστάμενου πλαισίου.
Το πρώτο ζήτημα αφορά τον στρατηγικό σχεδιασμό της μετάβασης από το σημερινό ΕΣΠΑ, το ΠΑΑ και το Ταμείο Ανάκαμψης στο νέο ΕΠΕΣ 2028–2034. Η χώρα πρέπει εγκαίρως να γνωρίζει ποια έργα, ποιες δράσεις και ποιες πολιτικές μπορούν να μεταφερθούν, να προσαρμοστούν ή να ενταχθούν στη νέα αρχιτεκτονική, πού υπάρχουν χρηματοδοτικά κενά, ποιες μεταρρυθμίσεις θα συνδεθούν με τις χρηματοδοτήσεις και ποιο χαρτοφυλάκιο ώριμων έργων μπορεί να στηρίξει την άμεση ενεργοποίηση του νέου πλαισίου ήδη από το 2028. Να επισημάνω στο σημείο αυτό ότι τα ΕΠΕΣ θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη ένα ευρύ φάσμα ευρωπαϊκών στρατηγικών και πολιτικών και ταυτόχρονα να είναι συνεπή με βασικά εθνικά στρατηγικά κείμενα, όπως τα μεσοπρόθεσμα δημοσιονομικά σχέδια και οι επιμέρους στρατηγικές, όπως η Βίβλος Ψηφιακού Μετασχηματισμού, η Εθνική Στρατηγική Έξυπνης Εξειδίκευσης, τα Εδαφικά Σχέδια Δίκαιης Μετάβασης, το Εθνικό Στρατηγικό Σχέδιο Μεταφορών, καθώς και τα στρατηγικά σχέδια για τη βιομηχανία, την ενέργεια και το κλίμα, την κυκλική οικονομία, το νερό, τη βιοποικιλότητα, τη στέγαση, την υγεία και άλλους τομείς. Στο έγγραφο που σας στείλαμε αποτυπώνουμε τις εθνικές αυτές στρατηγικές ανά ειδικό στόχο. Σημειώνω, ότι η Επιτροπή έχει δεσμευθεί να παρουσιάσει κατάλογο των υποχρεωτικών στρατηγικών εγγράφων που θα πρέπει να ληφθούν υπόψη για την κατάρτιση των ΕΠΕΣ.
Το δεύτερο ζήτημα αφορά το σύστημα διοίκησης, διακυβέρνησης και ελέγχου της επόμενης περιόδου, καθώς η νέα αρχιτεκτονική απαιτεί πολύ μεγαλύτερη συνοχή σε επίπεδο σχεδίου, σαφέστερη κατανομή ευθυνών, στενότερη σύνδεση πολιτικών, επενδύσεων και μεταρρυθμίσεων και ισχυρότερο μηχανισμό λογοδοσίας.
Το τρίτο ζήτημα αφορά την ψηφιακή ετοιμότητα της χώρας. Η επόμενη περίοδος δεν μπορεί να στηριχθεί στον σημερινό κατακερματισμό των πληροφοριακών εργαλείων. Απαιτείται ενιαία ψηφιακή υποστήριξη του σχεδιασμού, της παρακολούθησης, των επιδόσεων, των πληρωμών, των ελέγχων και των αναφορών.
Σε ό,τι αφορά το χρονοδιάγραμμα, η πίεση είναι ήδη μεγάλη. Σύμφωνα με τον προγραμματισμό, τα κράτη-μέλη πρέπει να αρχίσουν να υποβάλλουν επισήμως τα ΕΠΕΣ από τον Ιούνιο του 2027, ώστε η αξιολόγησή τους να ξεκινήσει το τρίτο τρίμηνο του ίδιου έτους και η έγκρισή τους να έχει ολοκληρωθεί έως τις 31 Ιουλίου 2028, προκειμένου να καταστεί δυνατή και η καταβολή της πρώτης προκαταβολής, με βάση τις ισχύουσες προβλέψεις του Κανονισμού. Αυτό σημαίνει ότι δεν διαθέτουμε το χρονικό περιθώριο που υπήρχε στην τρέχουσα περίοδο, όπου η κατάρτιση του ΕΣΠΑ και των Προγραμμάτων διήρκεσε περίπου τρία έτη, με εγκυκλίους, διαβουλεύσεις με την Επιτροπή, τους εταίρους, τους φορείς πολιτικής και αναπτυξιακά συνέδρια.
Ας δούμε τώρα τις θέσεις μας στα βασικά ζητήματα της πρότασης Κανονισμού για τα ΕΠΕΣ.
Η πρόταση κινείται σε δύο κατευθύνσεις. Από τη μία, επιδιώκει να συνδέσει καλύτερα τις ευρωπαϊκές προτεραιότητες με τις εθνικές και περιφερειακές παρεμβάσεις, λαμβάνοντας υπόψη τις ανάγκες κάθε περιοχής και κάθε κλάδου. Από την άλλη, επιχειρεί να δημιουργήσει ένα πιο απλό, πιο λειτουργικό και οικονομικά αποδοτικό πλαίσιο, με ουσιαστική μείωση του διοικητικού κόστους.
Σε αυτή τη βάση, μπορούμε καταρχήν να συμφωνήσουμε με την πρόβλεψη για μία εθνική διαχειριστική αρχή ή, όπου υπάρχουν περισσότερες, για μία αρχή συντονισμού. Η συμφωνία αυτή, όμως, προϋποθέτει ότι δεν θα οδηγηθούμε σε υπερσυγκέντρωση της διαχείρισης. Η αρχή συντονισμού πρέπει να έχει στρατηγικό και οριζόντιο ρόλο: να διασφαλίζει τη συνοχή του ΕΠΕΣ, την ενιαία παρακολούθηση και την επικοινωνία με την Επιτροπή. Οι διαχειριστικές αρχές, όμως, πρέπει να διατηρούν ουσιαστικές αρμοδιότητες στην εξειδίκευση, την εφαρμογή, την παρακολούθηση και την υποστήριξη των δικαιούχων στα επιμέρους κεφάλαια. Η ισορροπία αυτή είναι ιδιαίτερα σημαντική και για το Interreg, όπου η εγγύτητα στο πεδίο και η λειτουργία των αρμόδιων αρχών στο κατάλληλο επίπεδο είναι κρίσιμες, ιδίως σε σύνθετες γεωγραφικές περιοχές.
Ως προς τη δυνατότητα μερικής έγκρισης των Σχεδίων, η θέση μας μπορεί να είναι θετική, υπό σαφείς προϋποθέσεις. Τα ΕΠΕΣ θα είναι σύνθετα και πολυεπίπεδα επιχειρησιακά πλαίσια, με κεφάλαια διαφορετικού βαθμού ωριμότητας. Αν δεν υπάρχει δυνατότητα μερικής έγκρισης, υπάρχει κίνδυνος να καθυστερήσει συνολικά η έναρξη εφαρμογής ενός Σχεδίου, ακόμη και όταν ορισμένα τμήματά του είναι ώριμα. Άλλωστε, η ίδια η λογική του νέου συστήματος, που συνδέει τις εκταμιεύσεις με ορόσημα και στόχους και επιτρέπει τμηματικές αιτήσεις πληρωμής, συνηγορεί υπέρ μιας πιο ευέλικτης λύσης. Θα μπορούσαμε, λοιπόν, να υποστηρίξουμε την έγκριση ώριμων κεφαλαίων ή διακριτών τμημάτων του Σχεδίου, εφόσον έχει εγκριθεί το συνολικό στρατηγικό πλαίσιο, έχουν διασφαλιστεί οι βασικές ρυθμίσεις διακυβέρνησης, διαχείρισης και ελέγχου, και δεν υπονομεύεται η συνοχή του συνολικού προγραμματισμού.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και το Παράρτημα του Κανονισμού, γιατί εκεί αποτυπώνονται οι ελάχιστες απαιτήσεις για τα συστήματα διαχείρισης και ελέγχου, τα πρότυπα των βασικών εγγράφων, τα ορόσημα, οι στόχοι, οι εκροές, οι αιτήσεις και προβλέψεις πληρωμών, οι εκθέσεις προόδου, καθώς και οι κανόνες για την πρόληψη της απάτης, τη σύγκρουση συμφερόντων και την ανάκτηση αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών. Εδώ χρειάζεται μεγαλύτερη αποσαφήνιση: ποιο είναι ακριβώς το αντικείμενο του ελέγχου, ποια μεθοδολογία θα εφαρμόζεται και ποια θα είναι τα ελάχιστα τεκμήρια επαλήθευσης. Μόνο έτσι θα διασφαλιστούν συγκρισιμότητα και ίσοι όροι μεταξύ των κρατών-μελών.
Ταυτόχρονα, η υποχρέωση ελέγχου συμμόρφωσης με το εφαρμοστέο δίκαιο πρέπει να έχει σαφή όρια. Δεν μπορεί να μετατραπεί σε μια απεριόριστη ευθύνη γενικής πιστοποίησης κάθε πτυχής του ενωσιακού και εθνικού δικαίου. Πρέπει να περιορίζεται στις απαιτήσεις που συνδέονται άμεσα με τη νομιμότητα, την κανονικότητα, την επιλεξιμότητα, τις δημόσιες συμβάσεις, τις κρατικές ενισχύσεις, τις οριζόντιες αρχές και τη χρηστή δημοσιονομική διαχείριση.
Η βασική μας θέση είναι απλή: χρειαζόμαστε ενιαίους και συνεπείς κανόνες, αλλά και πραγματική απλούστευση. Το νέο σύστημα δεν πρέπει να καταλήξει πιο δυσκίνητο και πιο γραφειοκρατικό από εκείνο που επιχειρεί να αντικαταστήσει. Πρέπει να ενισχύει τη διαφάνεια, την αποτελεσματικότητα και τη λογοδοσία, χωρίς να αποδυναμώνει την επιχειρησιακή ευελιξία και χωρίς να μεταφέρει υπερβολικό διοικητικό βάρος στους φορείς που θα κληθούν να υλοποιήσουν τις παρεμβάσεις.
Συνοψίζοντας, η χώρα παραμένει καθαρός αποδέκτης ευρωπαϊκών πόρων, αλλά εισέρχεται ταυτόχρονα σε ένα περιβάλλον πιο απαιτητικών κανόνων, αυστηρότερων επιδόσεων και μεγαλύτερου ανταγωνισμού για πρόσθετους πόρους πέραν του εθνικού φακέλου. Αφετηρία της θέσης μας είναι ότι οι νέες ευρωπαϊκές προτεραιότητες ανταποκρίνονται σε πραγματικές ανάγκες, αλλά δεν μπορούν να χρηματοδοτηθούν εις βάρος των παραδοσιακών πολιτικών σύγκλισης. Επιπλέον, η ανταγωνιστικότητα πρώτη ενισχύει την παραγωγική βάση και την πλευρά της προσφοράς, αλλά η συνοχή διασφαλίζει εσωτερική ζήτηση, κοινωνική σταθερότητα, εδαφική ισορροπία και συμμετοχή όλων των περιφερειών στον ευρωπαϊκό μετασχηματισμό.
Γι’ αυτό η Ελλάδα ζητεί ενίσχυση του συνολικού μεγέθους του ΠΔΠ πέραν του 1,26% του ΑΕΕ, ενίσχυση του Κεφαλαίου 1 και ιδίως της επιμερισμένης διαχείρισης, προστασία της πραγματικής αξίας των πόρων, σαφέστερες εγγυήσεις για τη Συνοχή και την ΚΑΠ, τις λιγότερο ανεπτυγμένες περιφέρειες, τη νησιωτικότητα, την ορεινότητα, τις παραμεθόριες ζώνες και τον αγροτικό χώρο, ενεργοποίηση των ειδικών μέσων πάνω από τα ανώτατα όρια, περιορισμό της υπερβολικής ευελιξίας του 25% στις εθνικές κατανομές, ισχυρότερη κάλυψη των αναγκών που απορρέουν από τη γεωπολιτική θέση της χώρας και ισόρροπη χρηματοδότηση των νέων προτεραιοτήτων σε ολόκληρη την Ένωση. Στο επίπεδο της προσαρμογής, διεκδικεί ισότιμη πρόσβαση στα νέα χρηματοδοτικά εργαλεία του Κεφαλαίου 2.
Η ελληνική γεωγραφία αποτελεί ισχυρό επιχείρημα ευρωπαϊκής προστιθέμενης αξίας. Τα εξωτερικά σύνορα, η νησιωτικότητα, η ορεινότητα, οι μεταναστευτικές πιέσεις, οι παραμεθόριες περιοχές, το ενεργειακό κόστος, η κλιματική ευαλωτότητα και η εγγύτητα σε ζώνες γεωπολιτικής αστάθειας συνδέουν τις ελληνικές ανάγκες με ευρωπαϊκές προτεραιότητες. Η περιφερειακή μας στρατηγική πρέπει να μεταφράζει αυτή τη γεωγραφία σε σχέδιο ανάπτυξης: με αναβιομηχάνιση, πράσινη μετάβαση, απανθρακοποίηση, τεχνολογίες αιχμής, ανθεκτικότητα, αποκέντρωση, συγκράτηση ανθρώπινου δυναμικού, ισχυρά τοπικά οικοσυστήματα, ικανές διοικήσεις, σύγχρονες υποδομές, δεξιότητες και αξιοποίηση των πραγματικών συγκριτικών πλεονεκτημάτων κάθε τόπου.
Η εμπειρία των προηγούμενων περιόδων δείχνει πέντε βασικά ζητούμενα: μετάβαση από τη λογική της απορρόφησης στη λογική του μετασχηματισμού, αναβάθμιση της περιφερειακής διακυβέρνησης, σύνδεση της περιφερειακής ανάπτυξης με τον παραγωγικό μετασχηματισμό, αντιμετώπιση της δημογραφικής πρόκλησης ως αναπτυξιακού ζητήματος και ενσωμάτωση της ανθεκτικότητας στον πυρήνα της ανάπτυξης. Με άλλα λόγια, η ελληνική στρατηγική πρέπει να προστατεύει τον αναδιανεμητικό πυρήνα της Συνοχής και, ταυτόχρονα, να εντάσσει τη χώρα στις νέες ευρωπαϊκές προτεραιότητες.
Συνεπώς, η εθνική προετοιμασία πρέπει να είναι από τώρα πλήρης, συντονισμένη και στρατηγικά προσανατολισμένη. Όσο πιο έγκαιρα, τεκμηριωμένα και συντονισμένα κινηθούμε, τόσο ισχυρότερη θα είναι η θέση μας όχι μόνο στη διαπραγμάτευση, αλλά και στην εφαρμογή του νέου πλαισίου.
Καταλήγοντας, όλοι συμφωνούν ότι η Ένωση δεν μπορεί να αντιμετωπίσει τις προκλήσεις του 2030 με έναν προϋπολογισμό σχεδιασμένο για έναν παλαιότερο κόσμο. Χρειάζεται περισσότερη ασφάλεια, μεγαλύτερη ανταγωνιστικότητα, ισχυρότερη ανθεκτικότητα και πραγματική στρατηγική αυτονομία. Όλα αυτά, όμως, προϋποθέτουν σύγκλιση και ισόρροπη ανάπτυξη. Γιατί έχει αποδειχθεί ότι η Ευρώπη γίνεται ισχυρότερη όταν επενδύει στις περιοχές που χρειάζονται παραγωγική αναβάθμιση, πιο ανταγωνιστική όταν αξιοποιεί τις δυνατότητες όλων των περιφερειών της και πιο ασφαλής όταν ενισχύει τις συνοριακές, νησιωτικές, αγροτικές και λιγότερο ανεπτυγμένες περιοχές της. Αυτό είναι το ουσιαστικό πολιτικό διακύβευμα του ΠΔΠ 2028–2034. Δεν είναι απλώς η συμφωνία για έναν επταετή προϋπολογισμό. Είναι η δοκιμασία αν η Ευρώπη μπορεί να παραμείνει ταυτόχρονα ενωμένη, ανταγωνιστική, κοινωνικά δίκαιη, περιβαλλοντικά υπεύθυνη και γεωπολιτικά παρούσα. Γι’ αυτό ο νέος προϋπολογισμός πρέπει να είναι κάτι περισσότερο από ισορροπημένος. Πρέπει να είναι πολιτικά επαρκής, θεσμικά αξιόπιστος και αντάξιος των προσδοκιών των πολιτών.